Σάββατο, 31 Μαΐου 2008

144η επέτειος ένωσης της Επτανήσου με την Ελλάδα

Άρθρο της Αδαμαντίας – Ανδρονίκης Σπαθάτου, από το ηλεκτρονικό περιοδικό Αντίβαρο

Όλοι γνωρίζουμε πού είναι και ποια είναι τα Επτάνησα… . Όλοι πρέπει να γνωρίζουμε, επίσης, ότι μιλώντας για τα Επτάνησα εννοούμε όλη την ακριτική, δυτική γεωγραφική περιφέρεια του Ελληνικού κράτους που, εκτός από τα μεγάλα επτά νησιά (Κέρκυρα-Παξούς-Λευκάδα-Ιθάκη-Κεφαλονιά-Ζάκυνθο και Κύθηρα), περιλαμβάνει 21 ακόμα μικρά και μεγαλύτερα νησάκια-βραχονησίδες, οι οποίες στη συνθήκη της Ένωσης αναφέρονται ως «παραρτήματα». Θα ονομάσω τα 14 με σειρά από βορά προς νότο, επισημαίνοντας ότι κάποια απ’ αυτά έγιναν τόποι εξορίας Επτανησίων πατριωτών. Είναι οι Οθωνοί, η Ερείκουσα, το Μαθράκι, οι Αντίπαξοι, το Μεγανήσι ή Τάφος, ο Κάλαμος, η Καστάς, το Αρκούδι, η Άτοκος, οι Στροφάδες, η Σαπιέντζα, η Πρώτη, η Σχίζα και τ’ Αντικύθηρα

Η θέση τους στο σημείο που συναντήθηκαν οι παγκόσμιες ροπές και οι ανταγωνισμοί των ισχυρών από την πτώση του Βυζαντίου και μετά, προκάλεσε μεγάλες ταραχές στην πορεία και την τύχη τους. Σας αναφέρω δύο κείμενα Αθηναϊκών εφημερίδων σε μετάφραση από Αγγλικές κατά τις παραμονές της Ένωσης (1862), για να καταλάβετε την ανησυχία των Μ. Δυνάμεων στο παιγνίδι της επιρροής: Για παράδειγμα η «Παλιγγενεσία» έγραφε: «Η στρατηγική ωφέλεια των Επτανήσων είναι αμφίβολη και δαπανηρή. Εμείς τα κρατάμε για να μην πέσουν στα χέρια άλλης αντίπαλης δύναμης». Και η εφημερίδα «Εθνοφύλαξ»: «Οι Επτανήσιοι είναι μύλου πέτρα γύρω από τον τράχηλό μας. Προς θεού λοιπόν, να τους στείλουμε στον κόρακα. Το μόνο που πρέπει να ζητήσουμε είναι να μην περιέλθουν στα νύχια της Γαλλίας ή της Ρωσίας».

Τέτοιον προβληματισμό και πονοκέφαλο προκαλούσαν στις Μ. Δυνάμεις της εποχής τα Ιόνια νησιά, τα οποία προς το τέλος του 12ου αιώνα παύουν να αποτελούν τμήμα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, αποσπώνται σταδιακά και παραχωρούνται ή καταλαμβάνονται από δυτικούς οίκους Ενετών, Φράγκων και Βρετανών για 700 περίπου χρόνια (1185-1864), με ενδιάμεσες ολίγων χρόνων κατοχές από την Τουρκία. Λεπτομέρεια ενδεικτική: Από την αναχώρηση των Ενετών το 1797 και στη συνέχεια με τους Γάλλους (1797-1800), με Ρώσους και Τούρκους ύστερα (1800-1807), ξανά Γάλλους (1807-1814) και τελευταίους τους Βρετανούς (1814-1864), επτά (7) διαφορετικές σημαίες κυμάτισαν στα κάστρα των Επτανήσων.

Από την αρχή, αλλά και μετά το 1500, όταν όλα τα Επτάνησα είχαν περιέλθει στην εξουσία των Ενετών, ο λαός στερήθηκε τα πάντα από τη διπλή δεσποτεία του ξένου δυνάστη και του ντόπιου γαιοκτήμονα. Να τους εκλατινίσουν ήθελαν με επίσημη γλώσσα στη διοίκηση την Ιταλική, με εφαρμογή ξένης Νομοθεσίας, με ξένα ήθη και έθιμα, με υποβιβασμό της Ορθοδοξίας και απαγόρευση του Θείου Λόγου από τον Άμβωνα, με σχολεία επίσημα μόνο μετά το 1580 από ένα σε κάθε πρωτεύουσα νησιού και διδασκαλία, σ’ αυτά, μόνο της Ιταλικής.

Γι’ αυτό η προσφορά της Εκκλησίας θεωρείται μεγάλη και ο ρόλος της σωτήριος. Ο κλήρος ανέλαβε τη διαιτησία στα προβλήματα του λαού, τη διαδικασία δηλαδή απονομής δικαιοσύνης στο οικογενειακό, το ιδιωτικό και το ποινικό Δίκαιο. Οι ιερείς γίνονταν οι συμβιβαστές στις διαφορές τους, οι συμβολαιογράφοι τους και αυτοί που αναλάμβαναν να εκπαιδεύσουν τα νέα παιδιά, για να τους διαδεχθούν ως κληρικοί ή αναγνώστες κλπ. Αν κάποιοι, λοιπόν, ευαίσθητοι και ακριβολόγοι και λεπτομερείς γνώστες της Επτανησιακής ιστορίας θεωρήσουν αυτήν την αναγκαστικά ιδιωτική εκπαίδευση «κρυφό σχολειό» των Επτανήσων, θα έχουν άδικο; Θα τους πούμε μυθοπλάστες;

Άρα, κάτω απ’ αυτές της συνθήκες της μακρόχρονης ξενικής δουλείας και στα Ιόνια, ήταν αξιοθαύμαστη η συνειδησιακή σταθερότητα στο Ελληνικό εθνικό φρόνημα, το οποίο έμεινε άτρωτο και αλώβητο αφομοιώνοντας παράλληλα, όσα στοιχεία ήταν συγγενή προς τη δική του εθνική αυτοτέλεια, προς την ελληνορθόδοξη παράδοσή του και την ελευθερία της ψυχής του η οποία, τελικά, εκφράστηκε μέσα από το Ριζοσπαστικό κίνημα και οδήγησε ως το ποθητό αποτέλεσμα της ένωσης με τον εθνικό κορμό, δηλαδή με το Ελληνικό Βασίλειο.

Αξίζει εδώ η επισήμανση του ξεκινήματος της πολιτικής σταδιοδρομίας του Κερκυραίου Ιωάννη Καποδίστρια, που έγινε και η αρχή της σχέσης του με τη Ρωσία. Μόλις 24χρονος γιατρός από την Πάδουα είχε επιστρέψει στην Κέρκυρα το 1800 και έγινε αμέσως Υπουργός Εξωτερικών της λεγομένης «ΕΠΤΑΝΗΣΟΥ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ», δηλαδή του νεοσύστατου κράτος των Επτανήσων, το οποίο είχαν καταλάβει από τους Γάλλους οι Ρωσότουρκοι και το οποίο θα ήταν αυτόνομο με υποτέλεια στο Σουλτάνο. Όταν οι Γάλλοι ξαναπήραν τα νησιά το1807, ο Καποδίστριας δεν συνεργάστηκε μαζί τους. Προτίμησε να μείνει φίλος με τους Ρώσους, πρόσφερε πολλές υπηρεσίες στον Τσάρο και στάλθηκε ως εκπρόσωπός του στο Παρίσι το 1815, όπου θα καθοριζόταν εκ νέου από τις πέντε Μ. Δυνάμεις ( Αγγλία-Γαλλία-Αυστρία-Πρωσία-Ρωσία) η τύχη των νησιών, των οποίων τώρα την κατάκτηση είχε ολοκληρώσει η Μ. Βρετανία, ξεκινώντας από τη Ζάκυνθο το 1809. Αυτός πέτυχε την τελική λύση του σχηματισμού μιας Δημοκρατίας πάλι, με τίτλο «ΗΝΩΜΕΝΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑΙ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΝΗΣΩΝ», κάτω από την «Προστασία» των Βρετανών.

Ωστόσο στη συνθήκη του 1815 δεν καθοριζόταν με σαφήνεια ούτε το καθεστώς ούτε το Σύνταγμα που θα επικρατούσε στα νησιά. Το αποτέλεσμα ήταν να τα διοικούν οι Βρετανοί ως αποικία τους με πλήρη αυθαιρεσία, έλλειψη ελευθεροτυπίας, φόρους πιεστικούς, οργιαστική τοκογλυφία, φυλακίσεις και εξορίες. Ήταν παροιμιώδης η φράση «τρεις και τέσσερα», που σήμαινε την κράτηση τριών ημερών και το πρόστιμο τεσσάρων ταλάντων για το παραμικρό… Όσο για το δεσποτικό Σύνταγμα του αρμοστή Θωμά Μαίτλαντ (1817), αρκούν οι δηλώσεις του Υφυπουργού Εξωτερικών της Αγγλίας Λαυάρδου, αμέσως μετά την ένωση: «Οφείλαμε, όταν αναλάβαμε το 1815, να διοικήσουμε φιλελεύθερα και συνταγματικά. Όμως δεν το κάναμε, γιατί έτυχε αμέσως μετά το τέλος των πολέμων που επικρατούσαν στην Ευρώπη. Το πνεύμα της εποχής δεν ήταν καθόλου ευνοικό για φιλελεύθερους θεσμούς, (εφημερίδα Αθηνά 28-3-1864)».

Έστω και με αυτές τις συνθήκες, πάντως, τα Επτάνησα ήταν το πρώτο ανεξάρτητο Ελληνικό κράτος και για τους Έλληνες της κυρίως Ελλάδας αποτελούσαν ένα ορόσημο φωτεινό, για να τους θυμίζει την εθνική τους υπόσταση ( γράφει ο Άγγλος Douglas Dakin στο έργο του η Ενοποίηση της Ελλάδας). Εμείς προσθέτουμε και για να τους στέλνει ελπιδοφόρο μήνυμα ξεσηκωμού, επειδή την εθνική τους συγγένεια και υπόσταση τη ζούσαν μέσα τους, το ομόθρησκο και το όμαιμο το ένιωθαν και το απέδειξαν εκατέρωθεν, οι μεν Ελλαδίτες βρίσκοντας καταφύγιο στις Ιόνιες ακτές, οι δε Ιόνιοι αγκαλιάζοντας την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και ταξιδεύοντας προς το Μωριά και τη Ρούμελη για να πολεμήσουν με τ’ αδέλφια τους, αν και γνώριζαν ότι οι αποικιοκράτες θα δημεύσουν τις περιουσίες τους και θα τους καταδικάσουν σε «αειφυγία». Όταν δημιουργήθηκε Ελληνικό Βασίλειο με τον Όθωνα (1832), οι Επτανήσιοι προσηλώθηκαν ανατολικά πια, προς την ελεύθερη Ελλάδα, με την οποία το παραδοσιακό δέσιμο της ταυτότητας παρέμενε ακλόνιτο!

Τότε ξεκίνησε η ιδεολογία του ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΟΥ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΣΜΟΥ, που έγινε το πρώτο «Κόμμα Αρχών» στην ιστορία του Ελληνικού Κράτους, με ηγέτη το Ζερβό-Ιακωβάτο και πρωτοπόρο, στον αντιπροστασιακό αγώνα, το Γεράσιμο Λειβαδά, ο οποίος έγινε αρχηγός των αγροτών το 1830 και άρχισε κρυφά να ενσπείρει τη Μ. Ιδέα της Εθνικής ολοκλήρωσης.

Παράλληλα επομένως με τα υπάρχοντα κόμματα των κυβερνώντων Προστασιανών ή Καταχθονίων και των Μεταρρυθμιστών, μεγάλο ρεύμα νησιωτών συσπειρώνεται στο Ριζοσπαστικό κόμμα το οποίο, βέβαια, ζυμώθηκε στο ξεκίνημά του από τις ευρωπαϊκές δημοκρατικές ιδέες (Γαλλική Επανάσταση-αρχή Εθνοτήτων κλπ.), αλλά στην πορεία του αποκτά τις καταβολές της Ελληνορθόδοξης παράδοσης με τον κατώτερο κλήρο ενσωματωμένο στον αγώνα και γίνεται Κίνημα Ελληνικό, που επιδιώκει να καλύψει τα αυτονόητα: Εθνική αποκατάσταση και Κοινωνική δικαιοσύνη! Ένωση με τη μητέρα Ελλάδα από τη μια και βελτίωση των συνθηκών της καθημερινότητας από την άλλη.

Είναι ξεχωριστής σημασίας και δυναμικής τα κινήματα που έγιναν στη Σκάλα της Κεφαλλονιάς τον Αύγουστο του 1848 το ένα και το Σεπτέμβρη (γιορτή του Σταυρού) το άλλο. Όπως ήταν επόμενο ο μετριοπαθής αρμοστής Σήτον πρόσφερε ελευθεροτυπία και σχετική ελευθεροψηφία για δύο χρόνια (1849-51), κατά τα οποία πήραν λίγο θάρρος οι νησιώτες και στην Θ΄ Βουλή των Αντιπροσώπων του Ιονίου Κράτους, την πρώτη μη βουβή Βουλή (26 Νοεμβρίου 1850), πρότειναν το πρώτο σχετικό με την Ένωση ψήφισμα. Ούτε να το διαβάσουν πρόλαβαν, γιατί ο αρμοστής έκλεισε πάλι τη Βουλή για εξάμηνο, αλλά το ψήφισμα αυτό (κόσμημα στην ιστορία του Ελληνικού Κοινοβουλευτισμού το χαρακτηρίζουν οι ιστορικοί), δόθηκε στη δημοσιότητα και είχε μεγάλη απήχηση τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, επηρεάζοντας την κοινή γνώμη κατά της «Βρετανικής Προστασίας».

Το ίδιο εντυπωσιακά ήταν τα νέα από τις εφημερίδες εκείνα τα δύο χρόνια. Ο Μαυρογιάννης ο Γερ. δημοσιογράφος και ιστορικός ύστερα, εμπνεύστηκε τον «‘Ύμνο των Ριζοσπαστών» και γράφοντας στο «ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ» της Κεφαλονιάς έδωσε το στίγμα του κινήματος: «Ας σπάσουμε σύρριζα το σάπιο και ξερό δένδρο της Πολιτείας και να κόψουμε τις δηλητηριώδεις ρίζες του με τον πέλεκυ της ελευθεροτυπίας, για να φυτέψουμε δένδρον αυτόχθον, ελληνικόν». Από την ίδια εφημερίδα μάθαμε τη φρικτή καθημερινότητά τους και τη νοοτροπία των αποικιοκρατών: «Οι Προστάτες σφίγγουν περισσότερο τις αλυσίδες. Δεσμεύουν τα υπάρχοντα, μαστιγώνουν ιερείς και πολίτες, συμμαχούν με κατά φαντασίαν αριστοκράτες, μεταχειρίζονται κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσον για να καταδιώξουν και να σβήσουν το εθνικό μας φρόνημα». Και ο ανώνυμος νησιώτης, επίσης, απευθυνόμενος στον κατακτητή ερωτά: «Και επιστέψατε ότι ελησμονήσαμε την αρχαίαν ελληνικήν καταγωγή μας, τη θρησκεία, τη γλώσσα, τα ήθη, το χαρακτήρα και τα αίματα που πρόσφατα χύθηκαν για να σηκωθεί το έθνος μας; Και δεν βλέπομε τους Άγγλους που, ενώ γεννιούνται στο έδαφός μας ή τρέφονται από τους ιδρώτες μας, θέλουν μολοντούτο να λέγονται και να είναι Άγγλοι; Εμείς τους τιμάμε γι’ αυτό και τους σεβόμαστε, γιατί ο εθνισμός στον κόσμο τούτο δεν έχει αντάλλαγμα».

Όμως οι Επτανήσιοι απαγορευόταν να είναι και να λέγονται Έλληνες και, όπως σήμερα μας εμπαίζουν οι Αμερικανοί, αφού κάνουμε διάλογο για το Μακεδονικό με τον κ. Νίμιτς που χαρακτήρισε σφαγέα το Μέγα Αλέξανδρο, έτσι και τότε μας εμπαίζανε οι Βρετανοί αφού, στέλνοντας 8-10 χρόνια μετά τον Υπουργό τους των Αποικιών, Γκλάδστονα, για να προτείνει μεταρρυθμίσεις, έκαναν μάθημα «περί εθνικότητας» στους Κεφαλλονίτες:

«Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΤΗΤΑΣ είναι ιερή και σεβαστή, τους είπε. Όμως υπόκειται σε περιορισμούς από τον ίδιο τον Πλάστη για το καλό του πλάσματός του. Αν έλλειπαν αυτοί οι περιορισμοί θα ανατρεπόταν ο κόσμος. Τι θα γινόταν η Γαλλική, η Αυστριακή, η Αγγλική, η Ρωσική Αυτοκρατορία στην οποία μιλούνται 100 διαφορετικές γλώσσες, αν εφαρμοζόταν η αρχή των εθνικοτήτων»; Προσπαθώντας να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα ο «Προστάτης», φιλλέληνα τον είπαν άλλοι, ομολόγησε ξεκάθαρα ο άνθρωπος ότι περιορισμούς δικαιούνται να επιβάλουν μόνο οι ισχυροί επί των μικρών.

Μετά τον αρμοστή Σήτωνα ακολούθησαν διωγμοί και εξορία πολλών ριζοσπαστών, πρώτα των ηγετών Ηλία Ζερβού-Ιακωβάτου και Ιωσήφ Μομφερράτου ενώ, παράλληλα, η εξουσία προσπάθησε να περιορίσει τη δύναμη του Ριζοσπαστικού κόμματος με ανελεύθερες εκλογές κλπ.

Αναφέρουμε για παράδειγμα τις εκλογές του Ιανουαρίου 1852 για την ανάδειξη της 10ης Βουλής μέσα σε κλίμα βίας και τρομοκρατίας με τη λεγομένη «Δεκακαλπία».

Οι Προστασιανοί (η καμαρίλα ή περούκες ή κοτσίδια), το σύστημα δηλαδή που κυβερνούσε από την Κέρκυρα, διέταξε να τοποθετηθούν οι δέκα κάλπες των υποψηφίων του Ριζοσπαστικού κόμματος χωριστά από τις άλλες δέκα των κυβερνητικών, ώστε να φαίνονται πού ρίχνουν την ψήφο τους οι πολίτες. Αποτέλεσμα ήταν η επικράτηση της κυβερνητικής παράταξης με μικρή πλειοψηφία, γιατί η «Προστασία» δεν βρήκε παντού προθύμους υποστηρικτές. Ο έπαρχος Ζακύνθου Νικόλαος Λούντζης, αν και έλαβε την ίδια εντολή εξαναγκασμού, προέτρεψε όλους να ψηφίσουν κατά συνείδηση, γεγονός που είχε πολύ μεγάλη σημασία για την περαιτέρω πορεία του Ριζοσπαστισμού. Με τις ελεύθερες εκλογές στη Ζάκυνθο ψήφισαν άνετα οι περισσότεροι. Γι’ αυτό, μόνον εκεί εκλέχτηκαν και οι πέντε (5) ριζοσπάστες της 10ης Βουλής των Ιονίων.

Αυτομάτως το κέντρο δύναμης, δράσης αλλά και διαμόρφωσης ιδεολογίας μεταφέρεται από την Κεφαλονιά στη Ζάκυνθο, γιατί οι ηγέτες Κεφαλονίτες έμεναν εξόριστοι ως το 1857. Αντιθέτως στη Ζάκυνθο ο Ριζοσπαστισμός ενδυναμώνεται και με αρχηγό το γερμανοσπουδαγμένο γιατρό και «κόντε» Κωνσταντίνο Λομβάρδο κρατά τα πρωτεία Στις επόμενες εκλογές πάλι 1857-1861), επειδή οι Κεφαλονίτες ριζοσπάστες απείχαν, πρωτεύουν οι Ζακυνθινοί και πληθύνονται μετά από μια εντυπωσιακή αγόρευση του Λομβάρδου μέσα στο Κοινοβούλιο (20-6-1857). Η «Προστασία» είχε αφήσει να διαρρεύσει ένα πανούργο σχέδιο, ότι θα επιστραφούν τα νησιά πλήν της Κέρκυρας και των Παξών, ένα είδος διχοτόμησης δηλαδή της Επτανήσου, γεγονός που απέτρεψε με τη ρητορική του δεινότητα ο Λομβάρδος και, έτσι, ομόφωνα η ΙΑ΄ Βουλή ψήφισε ότι: «Γενική επιθυμία των Επτανησίων είναι η παύση της Προστασίας και η ένωση με την ελεύθερη Ελλάδα». Εκείνη η ομιλία ήταν θρίαμβος του Λομβάρδο, ανάλογος μ’ εκείνον του ψηφίσματος του 1850 που δεν διαβάστηκε καν…

Την επομένη άνοιξη (1858), καθώς οι εξόριστοι ηγέτες έχουν επαναπατριστεί, αρχίζει η ρήξη ανάμεσα στις ηγετικές μορφές του Ριζοσπαστισμού, με τον Λομβάρδο κα τα στελέχη του να αποκλίνουν και να νοθεύουν την αρχική ιδεολογία.

Ο Ριζοσπαστισμός, ως κίνημα, δεν είχε για τον άρχοντα Λομβάρδο δημοκρατικό χαρακτήρα, δεν ήταν ζυμωμένος με το λαικό φρόνημα, δεν είχε σχέση καμία με τον κομμουνισμό ή το σοσιαλισμό παρά μόνο με το στόχο της Εθνικής ολοκλήρωσης και νόμιζε ότι, πολιτικά, θα απέβαινε επιζήμιος. Αυτός επιθυμούσε την ένωση ακόμα και με παρακλήσεις προς τη βασίλισσα Βικτωρία της Μ. Βρετανίας, ενώ ο Μομφερράτος, «…δεν ήθελε καν να δεχτεί σαν ελεημοσύνη αυτό που απαιτούσε ως δικαίωμα», όπως γράφει ο βιογράφος του Παν. Πανάς, ο επαναστατικότερος όλων.

Οι παλαιοί ή αυθεντικοί ριζοσπάστες ήλπιζαν πως με την Ένωση θα καταργηθεί η ως τότε κοινωνική ιεραρχία και η μεγάλη αγροτική ιδιοκτησία. Ότι θα γίνει αναδασμός της γης, ώστε να ανασυστήσουν μια ευνομούμενη και δίκαιη κοινωνία, αυτήν που ακόμα οραματιζόμαστε, φίλοι μου!

Τότε ήταν που ήρθε ο Γκλάδστονας 1858-59 και για λίγο χρόνο οι ιδεολογικές διαμάχες των ριζοσπαστών κόπασαν. Ο Βρετανός υπουργός νόμισε πως θα διόρθωνε την κατάσταση προτείνοντας μεταρρύθμιση του συντάγματος Μαίτλαντ. Αλλά η συνεργασία των δύο κυβερνητικών κομμάτων κατά του Ριζοσπαστισμού απαιτούσε θυσία κάποιων προνομίων τους, όπως να μειωθεί η αποζημίωση μόνο για την περίοδο που η Βουλή ήταν ανοικτή. Οι βουλευτές όμως δεν δέχονταν να χάσουν προνόμια, να μειωθούν τα οικονομικά τους κλπ. Καταψηφίστηκαν οι προτάσεις του και ο Γκλάστονας αντικαταστάθηκε.

Οπότε οι «Προστάτες» αναζήτησαν άλλους τρόπους για να συνεχίσουν την κηδεμονία… Ο βασιλιάς των Ελλήνων Όθωνας δεν φαινόταν να συγκατατίθεται στις πολιτικές γραμμές τους.. Είχε ενστερνισθεί τη Μ. Ιδέα πιστεύοντας ότι, καθώς ήταν ο μοναδικός χριστιανός βασιλιάς στην Εγγύς Ανατολή, είχε να εκπληρώσει την ιερή αποστολή του εκχριστιανισμού της. Δεν ενδιαφερόταν τόσο να ενώσει με την Ελλάδα τα Επτάνησα. Του τα πρότειναν κάποτε οι Βρετανοί. Δεν τους εμπιστευόταν. Προτιμούσε να ενσωματώσει στο βασίλειό του αλύτρωτους Έλληνες που ζούσαν υπό τουρκικό ζυγό στην Ήπειρο, Θεσσαλία κλπ. Αλλά οι θέσεις του ήταν αντίθετες με τη επιθυμία Γαλλίας και Βρετανίας, γιατί η ακεραιότητα της Τουρκίας έπρεπε να φυλαχτεί ως φραγμός στην κάθοδο της Ρωσίας.

Δεν υποχώρησε ο βασιλιάς Όθωνας. Έκανε κάποιες αντάρτικες επιχειρήσεις σε Θεσσαλία και Ήπειρο στα πλαίσια του Κριμαϊκού πολέμου (1853-56) εξοργίζοντας τους Γάλλους και Βρετανούς, που κατέλαβαν τον Πειραιά, προσεταιρίστηκαν αντιβασιλικούς κύκλους της Αθήνας υποχρεώνοντάς τον να κρατήσει ουδετερότητα περί τα Εθνικά, γεγονός που προκάλεσε την αμφισβήτησή του. Ο λαός άκουγε και θαύμαζε το γείτονα Ιταλό στρατηγό Γαριβάλδη και το βασιλιά Βίκτορα Εμμανουήλ που ένωσε την Ιταλία, ένιωθε πικρία για την έλλειψη διαδόχου από τον Όθωνα, για την κακοδιοίκηση στο εσωτερικό της χώρας μας, για τον αυταρχισμό του Οθωνικού καθεστώτος και, καθώς όλα αυτά σχολιάζονταν από νέους και άφθαρτους πολιτικούς, δημιουργούσαν αντιδράσεις και οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια στην έξωση του Όθωνα.

Οι Μ. Δυνάμεις εν τω μεταξύ έψαχναν και για τον αντικαταστάτη του Όθωνα και οι μεταξύ τους διαφωνίες τον κράτησαν στην εξουσία ως τον Οκτώβρη του 1862, αφού αρνήθηκαν 15 πρίγκιπες το στέμμα, ανάμεσά τους και ο Αλφρέδος, γιος της Βικτωρίας.

Ο Αμερικανός φιλέλληνας Εδουάρδος Έβερετ έγραφε εκείνη την εποχή στον Χ. Τρικούπη για το θέμα του πολιτεύματος: «Πολίτευμα δημοκρατικό με αρχές συντηρητικές θα ήταν άριστο για την Ελλάδα. Γιατί να δανείζεσθε ηγεμόνα από την αλλοδαπή»; Αποδειχτήκαμε ανίκανοι τότε, έστω και για ένα βασιλιά Έλληνα όπως έκαναν οι Σέρβοι και άλλοι Βαλκάνιοι, γι’ αυτό και τελικά μας θρόνιασαν το Δανό πρίγκιπα Χριστιανό Γουλιέλμο. με το όνομα Γεώργιος ο Α΄. Απαραίτητος όρος στα «δούναι και λαβείν» η προσφορά των Επτανήσων με την Κέρκυρα, βέβαια, αφού οι Βρετανοί είχαν πια εξασφαλίσει τη Μάλτα ως βάση τους στη Μεσόγειο και ένα βασιλιά της επιλογής τους.

Οι ηγέτες παλαιοί ριζοσπάστες, όμως , είχαν καταλάβει τι παιζόταν…

Ο Ζερβός Ιακωβάτος μάλιστα, πρόεδρος της 12ης Επτανησιακής Βουλής (Μάρτη του 1862), κατάλαβε τις ραδιουργίες κατά του Όθωνα, είχε αντιληφθεί ότι στην ουσία η ανεξάρτητη Ελλάδα θα ενωνόταν με το προτεκτοράτο της Επτανήσου και ολόκληρη η Ελλάδα θα υπαγόταν στο άρμα της Αγγλικής πολιτικής με την έδρα επιρροής μεταφερμένη από την Κέρκυρα στην Αθήνα. Γι’ αυτό πρότεινε ν’ αναστείλουν το εθνικό ζήτημα, μη εγκρίνοντας την έξωση του Όθωνα, ώστε ν’ ανοίξει ο δρόμος για το Γεώργιο. Ακόμα και ο αντιβασιλικός Μομφερράτος συντάχθηκε μαζί του κατά της έξωσης. Όμως πολλοί άλλοι παρασύρθηκαν από το Λομβάρδο, ψήφισαν την αποπομπή του Όθωνα προκειμένου να κερδίσουν την ένωση και, έτσι, άνοιξε ο δρόμος για την εκλογή νέου βασιλιά. Από τη διαφοροποίηση αυτή ονομάστηκαν οι μεν παλαιοί ριζοσπάστες ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ, οι δε νέοι με τον Λομβάρδο αρχηγό ΕΝΩΤΙΚΟΙ.

Το καλοκαίρι του 1863 ο Δανός πρίγκιπας αναγορεύτηκε βασιλιάς των Ελλήνων, τον έκαναν και ενήλικα με νόμο για ν’ αποφύγουν αντιβασιλεία, όπως είχε γίνει με τον Όθωνα και αποφασίστηκε να υπογραφεί η συνθήκη όσο γινόταν γρηγορότερα». Πραγματικά οι εκπρόσωποι των πέντε (5) Δυνάμεων, οι οποίες το 1815 στο Παρίσι είχαν συνυπογράψει την ανάληψη από τους Βρετανούς της «Προστασίας» των νησιών, συγκεντρώθηκαν στο Λονδίνο και ετοίμασαν τη συνθήκη παραίτησης της Μ. Βρετανίας από την «Προστασία» της Επτανήσου για να τα παραχωρήσουν στο βασιλιά Γεώργιο τον Α΄. Πήραν αποφάσεις για μας χωρίς εμάς και μετά ζήτησαν οι Βρετανοί με επίσημο έγγραφό τους, ένα Έλληνα πληρεξούσιο, για να συνυπογράψει μόνο τη συνθήκη παράδοσης των Επτανήσων στο βασιλιά Γεώργιο, όπως αναφερόταν στο άρθρο 6 της συνθήκης των 5 δυνάμεων.

Καταλληλότερος για την περίσταση θεωρήθηκε ο γιος του Σπύρου Τρικούπη Χαρίλαος, ο οποίος είχε διαδεχτεί τον πατέρα του στην Πρεσβεία του Λονδίνου. Ήταν 32 ετών τότε, πήρε οδηγίες από τον Υπουργό Εξωτερικών του Γεωργίου Α΄ τον Π. Δελιγιάννη και έφτασε στο Λονδίνο, όταν είχε υπογραφεί η συνθήκη των πέντε (14-Νοεμβρίου 1863), προκειμένου να συνυπογράψει μία άλλη παρόμοια μ’ εκείνη, αλλά με τις τρεις μόνο δυνάμεις, που είχαν υπογράψει το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (Φεβρουάριο 1830) για την ίδρυση του Ελληνικού κράτους.

Αυτή τη συμπεριφορά των Μ. Δυνάμεων επέβαλε το «veto» της Αυστρίας επειδή, φίλοι μου, είχε θεωρήσει προσβλητική την έξωση του Όθωνα. Δεν ίσχυε για την Αυστρία η εκλογή του νέου βασιλιά, αφού αυτός δεν είχε παραιτηθεί. Άρα ούτε την κυριότητα του Γεωργίου πάνω στα Επτάνησα παραδεχόταν , ούτε την κυβέρνησή του αναγνώριζε, ούτε και τον απεσταλμένο του μπορούσε να αποδεχτεί ως συνομιλητή στο ίδιο τραπέζι για τις διαπραγματεύσεις.

Στην ίδια θέση, θυμάμαι, βρέθηκε η Κύπρος την 3-5-2005 και, αντί μαζί με την Ελλάδα να μη συνυπογράψει για το ξεκίνημα της Τουρκίας προς την Ευρώπη, αφού δεν είχε αναγνωρίσει, η Τουρκία την Κυπριακή Δημοκρατία, θυμάστε, υποχώρησαν και η Κύπρος και η Ελλάδα μας! Δεν ασκήσαμε τοVETO σε μια τόσο σημαντική στιγμή. Πώς να μη μας εκμεταλλεύονται οι πάντες με τέτοια υποχωρητικότητα; Γιατί τα Σκόπια να κάνουν έστω και βήμα πίσω;

Καθώς ο Χ. Τρικούπης, λοιπόν, ταξίδευε προς το Λονδίνο οι πέντε (5) ετοίμαζαν μια συνθήκη φρικτή, μη λειτουργική, της οποίας ο απόηχος άφηναν να φτάνει ως τα Επτάνησα. Φήμες διαδίδονταν επίσης για κατεδάφιση των φρουρίων της Κέρκυρας και για επιβολή ουδετερότητας στα νησιά και τη θάλασσά τους. Τρόπος για να επαληθευτούν οι ειδήσεις δεν υπήρχε. Δυστυχώς για τους Έλληνες Ιονίους και Ελλαδίτες τη Βουλή της Κέρκυρας την έκλειναν οι αρμοστές, όταν δεν συμφωνούσαν ή είχαν να πάρουν αποφάσεις ριζικές, όπως τώρα. Αλλά και η Ελληνική Πρεσβεία στο Λονδίνο ήταν κλειστή από το Φεβρουάριο του 1863. Όταν στένευαν τα οικονομικά έκλεινε τις Πρεσβείες του το Ελληνικό κράτος. Εδώ αξίζει το σχόλιο «Πώς να κάνει, αλήθεια, Εξωτερική Πολιτική μια χώρα με Πρεσβείες ακορντεόν»; Είναι λόγια του Φρέντυ Γερμανού στο βιβλίο του «Γυναίκα από βελούδο», σχετικό με την αδελφή του Τρικούπη Σοφία.

Τελικά ένα σχέδιο Ανάν , όπως εκείνο του 2004 για την Κύπρο ήταν η συνθήκη των πέντε (11-11-1863). Απαιτούσαν οι Δυνάμεις::

1)Τη συνεχή ουδετερότητα των Ιονίων .

2)Τον περιορισμό της στρατιωτικής και ναυτικής δύναμης που θα μπορούσε να συγκεντρώσει σ’ αυτά η Ελλάδα, μόνο όση χρειαζόταν για την επιβολή της τάξης.

3)Την κατεδάφιση των φρουρίων που υπήρχαν στην Κέρκυρα και στις νησίδες Οθωνούς, Ερείκουσα και Μαθράκι.

4)Τη συνεχή και για αόριστο χρόνο ισχύ των πλεονεκτημάτων που απολάμβανε στα Ιόνια λιμάνια το ξένο εμπόριο κα η ξένη ναυτιλία, σύμφωνα με τις παλαιότερες συμβάσεις που είχαν συνυπογραφεί επί «Προστασίας».

Στην τελική συνθήκη 17/29 Μαρτίου 1864 ελάχιστα σημεία τροποποιήθηκαν ή βελτιώθηκαν, γι’ αυτό ο Τρικούπης πάλι στο ίδιο βιβλίο του Φρέντυ Γερμανού φέρεται να λέει στην αδελφή του: «Τέσσερις μήνες για ένα φρούριο…». Στις τροποποιήσεις που πέτυχε ο Τρικούπης αναφέρουμε ότι:

Α)Κανένας περιορισμός δεν θα υπήρχε για τη στρατιωτική και ναυτική δύναμη, την οποία θα μπορούσε η Ελλάδα ν’ αναπτύξει στα νησιά.

Β)Εκτός από την Αυστριακή ναυτιλιακή εταιρεία Λόυδ, περιορίστηκαν σε 15 ακόμη χρόνια τα πλεονεκτήματα των ξένων στα Ιόνια λιμάνια. Νέες συμβάσεις μπορούσαν να κάνουν ύστερα οι ξένοι με την Ελληνική κυβέρνηση της Αθήνας πια…

Γ)Η ουδετερότητα των νησιών, που απασχόλησε για πάνω από δύο μήνες τους διπλωμάτες, περιορίστηκε μόνο στην Κέρκυρα και τους Παξούς. Για το θέμα της ουδετερότητας διαμαρτυρήθηκαν πολλοί βουλευτές της αντιπολίτευσης στην Εθνοσυνέλευση των Αθηνών. Κάποιον μάλιστα τον κατέβασαν από το βήμα για… «ακαιρολογίες κατά φίλης και ευεργέτιδας δύναμης» έγραψε η εφημερίδα «Αθηνά» 28-3-1864. Ο δε υπουργός μας των Εξωτερικών προσπάθησε να ελαφρύνει τα πράγματα ισχυριζόμενος ότι, όπως του εξήγησε ο ΥπΕΞ. της Γαλλίας, Δρουέν Δη Λουί, με τον τρόπο που εκτίθεται στο άρθρο η ουδετερότητα υποχρεώνει μόνο τις ξένες δυνάμεις και όχι την Ελληνική κυβέρνηση. Μάλιστα ο συντάκτης της «Αθηνάς» επισημαίνει ότι η εξήγηση αυτή δόθηκε μέσα στα έγγραφα της υπόθεσης με αριθμό 49 και στη σελίδα 54, αλλά στο τελικό επίσημο κείμενο δεν αναφέρεται διόλου αυτή η επεξήγηση. ΜΟΝΟ ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΕΠΙΠΟΛΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΡΗΓΟΡΟΥΜΕΘΑ ΜΕ ΕΤΤΡΑΦΑ ΑΝΕΠΙΣΗΜΑ ΠΟΥ ΔΙΑΡΡΕΟΥΝ.

Οι σοβαροί διαπραγματευτές Αυστριακοί ισχυρίστηκαν ότι δεν είναι αξιοπρεπές γι’ αυτούς ούτε ν’ αφαιρεθεί χωρίς την παρουσία τους ο όρος [ουδετερότητα] από τη δεύτερη συνθήκη των τριών, ούτε να φανεί πως μέσα σε ένα μήνα έδωσαν τέτοιο δείγμα αστάθειας αλλάζοντας τις αποφάσεις τους. Όλα αυτά ήταν προφάσεις, βέβαια, για να πετύχουν την συνεχή ισχύ της ήδη ληγμένης σύμβασης της ναυτιλιακής εταιρίας Λόυδ. Τα δικαιολόγησαν όμως όλα αυτά οι Αυστριακοί ως υποχώρηση και υπέγραψαν ξεχωριστό συμφωνητικό.

Δ) Τα φρούρια κατεδαφίστηκαν όπως ακριβώς ήθελαν Άγγλοι και Αυστριακοί, παρά τις παρακλήσεις της Ελληνικής πλευράς, η οποία με επιχειρηματολογία απέδειξε πως το μέτρο ήταν μάταιο και επιζήμιο και άδικο και απραγματοποίητο. Δεν τους άγγιξε καμία δικαιολογία. Πίστευαν ότι μια Κέρκυρα «γυμνή» δεν θα ήταν ελκυστική για κανένα. Φυσικά το έλεγε η μια από φόβο προς την άλλη, γιατί 60 χρόνια μετά και με μια μόνο έφοδο το 1923 έπεσε η Κέρκυρα στα χέρια του Μουσολίνι. Ο σεβασμός τον οποίον έδειξαν τάχα, ήταν να κατεδαφίζουν λίγο-λίγο, ώστε να ολοκληρωθεί το γκρέμισμα ως την ημέρα υπογραφής της τελικής συνθήκης, για να μην περιληφθεί η λέξη [κατεδάφιση] στο επίσημο κείμενο (πολιτικό κόστος για το βασιλιά)...

Πρέπει να σημειώσουμε επίσης καυτηριάζοντας την απληστία και αυστηρότητα και υποκρισία των Βρετανών, τις τεράστιες οικονομικές επιβαρύνσεις στις οποίες υποχρέωσαν την Ελλάδα. Δεν έφτασαν τα υπέρογκα ανακτορικά επιδόματα, οι βασιλικές χορηγίες και οι ξένες οικονομικές συμβάσεις που συνεχίζονταν.

Μαζί με τη συνθήκη Ένωσης πιέστηκε να υπογράψει και ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ, σύμφωνα με την οποίαν το Ελληνικό ταμείο αναλάμβανε να καταβάλλει τις συντάξεις των Άγγλων υπηκόων, αλλά και να αποζημιώσει δια βίου, όσους υπηρετούσαν ως εκείνες τις ημέρες στην Πολιτεία των Ιονίων και, ίσως, έχαναν την εργασία τους με την εγκατάλειψη της «Προστασίας». Ο ίδιος ο ΥπΕξ της Μ Βρετανίας Ρώσσελ είπε για το θέμα αυτό στον Τρικούπη ότι «μπορεί να αμφιβάλλει για το δίκαιο των υπαλλήλων στους οποίους θα έδιναν τα χρήματα, αλλά όφειλε να μην αφήσει απροστάτευτους ανθρώπους που έχαναν τις θέσεις τους λόγω κατάργησης υπηρεσίας όχι πρόσκαιρης…».

Είναι εντυπωσιακή η πολιτική διπλωματία και το κοινωνικό πρόσωπο που προσπαθεί να επιδείξει η Βρετανία. Προκαλεί όμως και το ερώτημα: «Αν αυτά τα χρήματα έπρεπε να βγουν από δικό της ταμείο θα φερόταν έτσι»; Άλλο προβληματισμό γεμάτο ερωτηματικά σε όλη τη διάρκεια των περί τα οικονομικά διαπραγματεύσεων, (σχετική αναφορά στο βιβλίο μου, το οποίο ελπίζω να εκδοθεί κάποτε), αποτελεί το ότι στις παραπάνω απαιτήσεις δεν έκανε ο Έλληνας πληρεξούσιος καμία υπενθύμιση, δεν υπέβαλε καμία απαίτηση στις οφειλές των Βρετανών από το ξεπούλημα της Πάργας στους Τούρκους το 1819, η οποία Πάργα αποτελούσε τμήμα της Ιόνιας Πολιτείας από τα Ενετικά χρόνια. Ούτε καθόλου υποστήριξε ότι τα φρούρια κτίστηκαν και συντηρούνταν κυρίως από τους Επτανησίους και όχι από τους Άγγλους. Ούτε ανέφερε ποτέ κατά τις συζητήσεις ότι οι Βρετανοί κατέβασαν από όλα τα φρούρια και των άλλων νησιών τον οπλισμό τους και μετέφεραν τα πολεμοφόδια μέχρι την τελευταία σταγόνα πυρίτιδας στη βάση της Μάλτας.

Αποδέχτηκαν δηλαδή την ικανοποίηση όλων των απαιτήσεων που πρόβαλαν και οι Δυνάμεις και οι Προστασιανοί για να πραγματοποιηθεί η Ένωση το ταχύτερο και να μη βλάπτονται, τάχα, τα εθνικά συμφέροντα με την παράταση μιας ανώμαλης κατάστασης. Υπογράφτηκε όπως είπαμε ή Ένωση 17/29 Μαρτίου 1864, αλλά δεν έφυγαν αμέσως όλοι οι Βρετανοί. Παρέμεναν, είπαν, για προστασία της τάξης και αποχώρησαν την 21η Μαίου 1864, όταν η Ελληνική σημαία ανέβηκε στον ιστό της κατεβασμένης Αγγλικής Η Εκκλησία των Ιονίων έπαψε διοικητικά να υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης μετά από δύο χρόνια και ενώθηκε με την αυτοκέφαλη από το 1850

Πώς πήγαν οι Επτανήσιοι στην Αθήνα; Με πλέγμα ανωτερότητας και με φόβο πως η υπανάπτυκτη πνευματικά και πολιτικά, εκείνη την εποχή, Ελλάδα θα τους εκμεταλλευτεί και είχαν δίκαιο.(Αναλύονται στο βιβλίο μου λεπτομερειακά). Η εθνική ταυτότητα ήταν που μέτρησε περισσότερο. Ακούστε πώς μίλησε ο Λευκαδίτης Αριστοτέλης Βαλαωρίτης στην Εθνοσυνέλευση της Αθήνας:

«Πρέπει να γνωρίζετε ότι εζητούσαμε ανέκαθεν την Ένωση όχι για να προσθέσουμε επτά (7) ξηροσκοπέλους στην ήδη μικροτάτη Ελλάδα, αλλά για ν’ αποδείξουμε στους δεδουλωμένους ομοφύλους το δρόμο της γενικής σωτηρίας... Δεν θελήσαμε να γίνει η Ένωση με ιδιαίτερη νομοθεσία για μας, αισθανθήκαμε ότι θα έχουμε και ζημίες και τις αποδεχτήκαμε. Η αφομοίωση θέλει γίνει πλήρης και τελεία, αλλ’ ουχί υπό το πρίσμα ή την επιρροή του φατριασμού και της εμπαθείας…».

Φυσικά κι άρχισαν αμέσως να δημιουργούνται οι φατρίες: Η αγροτιά είχε ξεσηκωθεί και ζητούσε να σπάσει τα δεσμά της, η φεουδαρχία επίσης έβλεπε να σαλεύουν τα θεμέλια της, οι ευγενείς έχαναν προνόμια και τσιφλίκια και συνασπίζονταν ή δημοκοπούσαν, πλάνευαν δηλαδή το λαό για το δικό τους συμφέρον, «…..όπως οι κόρακες επί πτώματος και κανένας δεν προσπάθησε να εύρη μέσον για ν’ ανακουφιστεί ο ταλαιπωρούμενος λαός»», γράφει ο ίδιος ο Ζερβός. Και ο αρχηγός Λομβάρδος εντάχθηκε στις φατρίες, εκλεγόταν μέχρι το θάνατό του (1888) υπουργός, τάχθηκε στον ακροδεξιό χώρο και ξέχασε ή παρέπεμψε στο μέλλον τον κοινωνικό στόχο του Ριζοσπαστικού Κινήματος…

Τιμώ το Λομβάρδο γιατί βοήθησε να ενωθεί με την Ελλάδα ένα μεγάλο κομμάτι Ελληνισμού. Προσωπικά, δεν τον θεωρώ πολιτικό πρότυπο γιατί ως ελάχιστο φόρο τιμής προς τους αυθεντικούς ριζοσπάστες Κεφαλλονίτες και λοιπούς, οι οποίοι κατέθεσαν καριέρα κα οικονομικά στην υπηρεσία του δικαίου και της δημοκρατίας, όφειλε ερχόμενος στην Εθνοσυνέλευση της Αθήνας το 1864 να παραμείνει αρχηγός του Επτανησιακού Ριζοσπαστικού Κόμματος, συνεχίζοντας τους αγώνες της κοινωνικής αποκατάστασης και με Ελλαδίτες ίσως βουλευτές.

Αθήνα 19-5-2008

Σπαθάτου Αδαμαντία – Ανδρονίκη

Ιστορικός-Αρχαιολόγος-Εκπαιδευτικός




Κάντε "κλικ"...
- "Το πεδεμόντιον των Επτανήσων" από το "Άρδην"
- Οπτικοακουστικό Υλικό για τους Επτανήσιους Ριζοσπάστες από το ιστολόγιο του "Άρδην"

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2008

29 Μαΐου 1453. Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Αφιέρωμα στην Άλωση της Κωνσταντινούπολης από την Εφημερίδα της Ξάνθης "Ακρίτας"

Ήταν ημέρα Τρίτη όταν η “Βασιλεύουσα” έπεσε στα χέρια των Οθωμανών.

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης απετέλεσε την συγκλονιστικότερη είδηση που γνώρισε ποτέ ο άνθρωπος σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης. «Η πόλις εάλω!!!»

Οι ιστορικοί συμφωνούν ότι η λεηλασία της πόλεως κράτησε, όπως είχε υποσχεθεί ο Μωάμεθ στους στρατιώτες του, τρεις ημέρες και τρεις νύχτες. Ο λαός σφάχτηκε ανελέητα. Οι εκκλησίες με πρώτη την Αγία Σοφία λεηλατήθηκαν και μολύνθηκαν. Ένας ολόκληρος πολιτισμός χάθηκε, χιλιάδες βιβλία και εικόνες κάηκαν, κομματιάστηκαν ή πουλήθηκαν στα παζάρια.!!

Ο τελευταίος Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος όμως δεν πέθανε. Κανένας δεν τον αναγνώρισε νεκρό. Κανένας δεν ξέρει που είναι ο τάφος του. Ζει στα όνειρα του Έθνους. Η λειτουργία δεν τελείωσε. Η εκκλησία δεν τον ανακήρυξε Άγιο. Το Έθνος δεν τον τίμησε, όπως θα τον τιμούσε αν είχε πεθάνει.

«Άγγελοι τον παρέλαβαν, τον έλουσαν και τις πληγές του έπλυναν με μόσχο και με μύρο του έστρωσαν να κοιμηθεί σε κλίνη από βύσο κι' Αρχάγγελοι με πύρινες ρομφαίες τον φυλάνε μέχρι νάρθει η ώρα του για να τόνε ξυπνήσουν.»

Η πόλη της Κωνσταντινούπολης χτίστηκε σε μία χερσόνησο χονδρικώς τριγωνική σε σχήμα. Τα τείχη της εκτεινόμενα από τη συνοικία των Βλαχερνών (στον Κεράτιο κόλπο), ως τη συνοικία του Στουδίου (στην Προποντίδα), είχαν μήκος περίπου τέσσερα μίλια.

Μελαγχολικά στέκονται σήμερα τα μοναδικά, όπως και η Βασιλεύουσα, αυτοκρατορικά τείχη της Κωνσταντινουπόλεως. Χτίστηκαν από το Μεγάλο Κωνσταντίνο και αντικαταστάθηκαν αργότερα από το περίφημο, με δύο έως τρεις σειρές τείχος, του Μεγάλου Θεοδοσίου. Ίσως περιμένουν το Μαρμαρωμένο Βασιλιά με το Δικέφαλο Αετό.

Γεγονότα – Χρονολογίες

6 Απριλίου. Οι Τούρκοι άρχισαν τον αγώνα με ισχυρό βομβαρδισμό των τειχών. Όταν όμως έπεσε η νύχτα, οι αμυνόμενοι κατόρθωσαν να κάνουν τις επιβαλλόμενες επισκευές.

11 Απριλίου. Ο Σουλτάνος έξω από τη σκηνή του δίνει οδηγίες ώστε να τοποθετηθούν τα μεγάλα πυροβόλα απέναντι από τα τείχη και από την επόμενη ημέρα άρχισε ο βομβαρδισμός για να διαρκέσει επί έξη εβδομάδες.

18 Απριλίου. Δύο ώρες μετά τη δύση του ήλιου, ο Μωάμεθ που είχε περισσότερες ελπίδες στην ξηρά, διέταξε έφοδο κατά του Μεσοτειχίου με ακοντιστές, τοξότες και άνδρες της φρουράς των γενιτσάρων χωρίς όμως επιτυχία, παρά τον τετράωρο αγώνα.

21 Απριλίου. Ο σουλτάνος με το επινοητικό του μυαλό, αποφάσισε να μεταφέρει πλοία από το Βόσπορο στον Κεράτιο Κόλπο, περνώντας τα από την ξηρά πάνω σε τροχοφόρα έλκηθρα, τα οποία θα ρυμουλκούσαν ομοζυγίες βοδιών και ομάδες ανθρώπων. Οι σημαίες των πλοίων ανέμιζαν, οι σάλπιγκες ηχούσαν, ενώ το ένα πλοίο μετά το άλλο μεταφερόταν από το Βόσπορο στον Κεράτιο Κόλπο. Γύρω στα εβδομήντα Τουρκικά πλοία μεταφέρθηκαν, τα οποία έβλεπαν οι Χριστιανοί φρουροί από τα τείχη.

13 Μαΐου. Ολοκληρώθηκε η μετακίνηση των πλοίων, παρά τις αντιρρήσεις ορισμένων πληρωμάτων και η κύρια αποστολή των ναυτών ήταν να φροντίσουν για την επισκευή των τειχών.

23 Μαΐου. Οι Τούρκοι προσπάθησαν να υπονομεύσουν και πάλι το τείχος των Βλαχερνών. Οι Χριστιανοί υπερασπιστές των τειχών περικύκλωσαν και συνέλαβαν μερικούς υπονομευτές, οι οποίοι αναγκάστηκαν να αποκαλύψουν όλες τις θέσεις των Τουρκικών υπονόμων, οι οποίες καταστράφηκαν κι' έτσι οι Τούρκοι πλέον εγκατέλειψαν τις υπονομευτικές τους δραστηριότητες.

25 Μαΐου (Παρασκευή). Ο Μωάμεθ προτείνει στον Αυτοκράτορα να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη με το Στρατό και τους αυλικούς του με αντάλλαγμα την ηγεμονία της Πελοποννήσου. Η απάντηση του Αυτοκράτορα ήταν ένα νέο «Μόλων Λαβε».

27 Μαΐου (Κυριακή). Οι βομβαρδισμοί με τα τουρκικά πυροβόλα συγκεντρώνονται εναντίον του φράγματος στο εσωτερικό του Μεσοτειχίου. Ο Σουλτάνος περιέτρεξε καβάλα στο άλογο όλο το στράτευμα για να αναγγείλει ότι σύντομα θα γίνει η μεγάλη έφοδος.

28 Μαΐου (Δευτέρα). Ολοκληρώνονται οι προπαρασκευές των Τούρκων για την τελική εξόρμηση. Ο ιστορικός Κριτόβουλος αναφέρει ότι ο Σουλτάνος κάλεσε το απόγευμα στη σκηνή του τους υπουργούς και στρατηγούς του και υπενθύμισε τα πλούτη που περιείχε η Πόλη και τα λάφυρα που σε λίγο θα ήταν δικά τους. Τόνισε ότι επί αιώνες είχαν ιερό πόθο να κυριέψουν την Πόλη, ότι οι Χριστιανοί ήταν λίγοι και εξαντλημένοι χωρίς εξωτερική βοήθεια.

Μεγάλη λειτουργία τη νύχτα στην Αγία Σοφία. Οι υπερασπιστές της Πόλης και ο Αυτοκράτορας μεταλαμβάνουν των αχράντων μυστήριων. Έπειτα ο Παλαιολόγος καβάλα στην αραβική φοράδα του γύρισε στο παλάτι στις Βλαχέρνες, ζήτησε συγχώρεση από τους ανθρώπους του και συνοδευόμενος από τον πιστό του Φραντζή περιήλθε τα χερσαία τείχη και διαπίστωσε ότι οι πύλες του εσωτερικού τείχους ήταν κλειστές. Κατόπιν ο Αυτοκράτορας είπε στον Φραντζή να φύγει και δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ. Η μάχη άρχισε.

29 Μαίου (Τρίτη). Κατά τη μια και μισή το πρωί ο Σουλτάνος έκρινε ότι όλα ήταν έτοιμα και έδωσε τη διαταγή της εφόδου. Ο ξαφνικός θόρυβος ήταν τρομακτικός. Σε όλη τη γραμμή των τειχών οι Τούρκοι όρμησαν με κραυγές, τύμπανα και σάλπιγγες.

Οι Χριστιανοί υπερασπιστές της Βασιλεύουσας περίμεναν στις θέσεις τους και όταν δόθηκε το σύνθημα του συναγερμού, άρχισαν να κτυπούν οι καμπάνες των εκκλησιών, ενώ έσπευδαν γυναίκες μεταξύ αυτών και καλόγριες στα τείχη να βοηθήσουν στη μεταφορά υλικών για την ενίσχυση των οχυρωμάτων.

Οι γέροντες και τα παιδιά συνέρεαν στις εκκλησίες, πιστεύοντας στην προστασία των Αγίων και αγγέλων. Πλήθη πιστών, παραμερίζοντας την πίκρα από την ασέβεια στο ναό των Λατίνων και των εζωμοτών, εισήρχοντο στην Αγία Σοφία. Ιερείς που θεωρούσαν την ένωση με τη Ρώμη ως θανάσιμο αμάρτημα, προσήλθαν στο ιερό για να λειτουργήσουν μαζί με τους Ενετούς. Ο καρδινάλιος ήταν εκεί και πλάι του επίσκοποι που δεν είχαν αναγνωρίσει ποτέ την εξουσία του. Όλες τις σκοτεινές ώρες πριν από την αυγή τα εκκλησιάσματα περίμεναν και προσεύχονταν στην Υπέρμαχο Στρατηγό, την Παναγία.

Η επίθεση των Βαζιβουζούκων εκδηλώθηκε σε όλο το μέτωπο με ισχυρότερη πίεση στην κοιλάδα του Λύκου, ύστερο από δίωρο όμως αγώνα ο σουλτάνος διέταξε να αποσυρθούν αφού κούρασαν τους Χριστιανούς υπερασπιστές των τειχών.

Μόλις πρόλαβαν να ανασυγκροτήσουν οι Χριστιανοί τις γραμμές τους δέχονται επίθεση από συντάγματα Τούρκων της Μικράς Ασίας, καλά οπλισμένους και πειθαρχημένους που ρίχτηκαν με ορμή πάνω στο φράχτη, ανεβαίνοντας ο ένας πάνω στους ώμους του άλλου για να στηρίξουν τις σκάλες και να ανοίξουν το δρόμο για την κατάληψη της Πόλης.

Μια ώρα περίπου πριν την αυγή, ένα βλήμα από το πυροβόλο του Ουρβανού γκρέμισε μέρος του φράχτη και μια ομάδα από τριακόσιους Ανατολίτες ρίχτηκε μέσα από το ρήγμα, φωνάζοντας ότι η Πόλη ήταν δική τους. Οι Χριστιανοί, με επικεφαλής τον Αυτοκράτορα τους περικύκλωσαν, σκότωσαν αρκετούς και τους υπόλοιπους τους απώθησαν προς την τάφρο.

Η επίθεση ανακόπηκε και τα στρατεύματα γύρισαν πίσω αποθαρρύνοντας τον Ισάκ πασά.

Ο Σουλτάνος, ανήσυχος μήπως διαψευσθούν οι ελπίδες τους, έδωσε διαταγή να επιτεθούν γρήγορα τα στρατεύματα των γενιτσάρων, πριν προλάβουν οι Χριστιανοί να πάρουν αναπνοή και κάνουν πρόχειρες επισκευές στο φράχτη. Ο αγώνας στο φράχτη ήταν τώρα σώμα προς σώμα. Εττί μια ώρα οι σκληροί γενίτσαροι προσπαθούσαν να ανοίξουν δρόμο απέναντι στους ολιγάριθμους εξασθενισμένους Χριστιανούς.

Στη γωνία του τείχους των Βλαχερνών, ακριβώς πριν ενωθεί με το διπλό Θεοδοσιακό τείχος, υπήρχε μια μικρή πύλη εξόδου, γνωστή με το όνομα Κερκόπορτα. Κατά τον αγώνα οι Μποκκιάρντι και οι άνδρες τους τη χρησιμοποίησαν αποτελεσματικά εναντίον των ανδρών του Καρατζά πασά. Τώρα όμως, κάποιος, επιστρέφοντας από μία έξοδο, ξέχασε να την αμπαρώσει και μέσα στη σύγχυση μερικοί Τούρκοι πέρασαν μέσα από αυτή στην αυλή που ήταν πίσω της και άρχισαν να ανεβαίνουν μια σκάλα που οδηγούσε στην κορυφή των τειχών.

Ο Σουλτάνος αντιλήφθηκε τον πανικό και φωνάζοντας «η Πόλη είναι δική μας» διέταξε τους γενίτσαρους να επιτεθούν. Σε λίγο πολλοί γενίτσαροι έφθασαν στο εσωτερικό τείχος και πάνω από την Κερκόπορτα κυμάτιζαν Τούρκικες σημαίες. Τότε ακούστηκε η κραυγή «Η Πόλης εάλω!».

Ήταν λίγο πριν από την ανατολή του ηλίου όταν ένας πυροβολισμός βρήκε στο στήθος του Τζιουστινιάνι ο οποίος παρακάλεσε να το μεταφέρουν μέσα στην Πόλη και από εκεί σε ένα Γενουατικό πλοίο. Μαζί του υποχώρησαν και οι στρατιώτες του και ο Αυτοκράτορας απέμεινε με λίγους Έλληνες στο πεδίο της μάχης μόνος και αβοήθητος.

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κάλπασε προς τα ρήγματα του φράχτη με το δον Φραντζίσκο ντε Τολέντο, το Θεόφιλο Παλαιολόγο και τον Ιωάννη Δαλμέση, πέταξε τα Αυτοκρατορικά εμβλήματα και δεν το ξανάδε κανείς.

Η τελευταία μικρή εστία αντίστασης ήταν οι Κρήτες ναύτες στους τρεις πύργους στην είσοδο του Κερατίου, οι οποίοι νωρίς το απόγευμα παραδόθηκαν με δυσφορία υπό τον όρο να μη θανατωθούν.

Οι σφαγές, οι λεηλασίες και οι καταστροφές στην Πόλη κράτησαν, σύμφωνα με την υπόσχεση του σουλτάνου, τρεις μέρες και τρεις νύχτες.

Διαπιστώσεις – Συμπεράσματα

α. Στις 29 Μαΐου 1453 ένας πολιτισμός σαρώθηκε αμετάκλητα.
β. Για έντεκα αιώνες η Κωνσταντινούπολη απετέλεσε το κέντρο ενός κόσμου φωτός. Έγινε όμως έδρα θηριωδίας, αμάθειας και μεγαλόπρεπης ακαλαισθησίας.
γ. Η Βασιλεύουσα έπεσε στα χέρα των Αγαρηνών, αλλά έπεσε σαν θρυλική ηρωίδα πολεμώντας ηρωικά ως το τέλος τους απίστους, εγκαταλειμμένη από τους Δυτικούς συμμάχους της.
δ. Οι πραγματικοί Έλληνες θεωρούν τη μαύρη Τρίτη «αποφράδα» και αισθάνονται ρίγη εθνικής μνήμης όταν μιλούν για τον τελευταίο Αυτοκράτορα που αβοήθητος πάλεψε με τις ορδές των βαρβάρων.
ε. Η ήττα αυτή της Κωνσταντινούπολης, τόσον αθλία όσο και αξιοθρήνητη, υπήρξε μία μεγάλη νίκη των Τούρκων, μια τρομερή καταστροφή των Ελλήνων, ένα αίσχος των Λατίνων.
στ. Η Κερκόπορτα, ένας κόκκος άμμου, έκρινε την ιστορία του κόσμου.

Επίλογος

Όσοι επιθυμούν να γνωρίσουν με λεπτομέρεια τα της αλώσεως της “Βασιλίδος των Πόλεων” που ονομάσθηκε από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο «το Χάρμα και η Ελπίς του Γένους», δεν έχουν παρά να μελετήσουν το βιβλίο του ΓΕΣ/ΔΕΚ 1983 με τίτλο «Η άλωση της Κωνσταντινουπόλεως» του πλέον έγκυρου και υπεύθυνου μελετητή του Βυζαντίου, του Βρετανού ιστορικού Στήβεν Ράνσιμαν, ο οποίος είπε ..” Τα κτήνη είναι του Θεού. Οι κτηνωδίες είναι των βαρβάρων Aνθρώπων”!!


Διαβάστε ακόμα:
- Η Άλωση της Πόλης του Βλάση Βλασίδη (Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων)
-
Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης μέσα από τις πηγές του Χρήστου Παπαδόπολου
- Αποφράδα Τρίτη από το Δίκτυο 21
-
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και η Άλωση της Κωνσταντινούπολης από την Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας
- Το αφιέρωμα του Καλλίμαχου
-
Constantinople: The Last Great Siege, 1453 του Roger Crowley

Τρίτη, 20 Μαΐου 2008

20 Μαΐου 1941: Η μάχη της Κρήτης

Η Μάχη της Κρήτης (20-30 Μαΐου 1941): από την ιστοσελίδα του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ)

Ιωάννης Γ. Γεμενετζής
Ανχης (ΠΒΕΥ) - Ιστορικός

Η Κρήτη βρίσκεται στο μέσο της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου, επάνω στο σταυροδρόμι των αεροπορικών και θαλάσσιων συγκοινωνιών από τα ανατολικά προς τα δυτικά και από τα βόρεια προς τα νότια ή και αντίστροφα. Για το λόγο αυτό αποτελεί εξαίρετη βάση αεροναυτικών επιχειρήσεων προς κάθε κατεύθυνση και εξασφαλίζει σε αυτόν που την κατέχει τον έλεγχο όλων των συγκοινωνιών στη Μεσόγειο. Τα χαρακτηριστικά αυτά της προσδίδουν ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. απόρροια της οποίας, ήταν να βρεθεί η Κρήτη, από τις αρχές του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος τόσο των Βρετανών, όσο και του Χίτλερ.

Στο τέλος Απριλίου του 1941, τη Διοίκηση των Βρετανικών και Ελληνικών Δυνάμεων Κρήτης ανέλαβε ο Διοικητής της 2ης Νεοζηλανδικής Μεραρχίας Υποστράτηγος Φρέϊμπεργκ. Η συνολική στρατιωτική δύναμη της Κρήτης, μετά από ενίσχυσή της και από δυνάμεις που μεταφέρθηκαν από την ηπειρωτική Ελλάδα, ανερχόταν περίπου σε 11.500 Έλληνες και 31.500 Βρετανούς. Μειονεκτούσε όμως, σοβαρά σε θέματα εξοπλισμού, αφού ο οπλισμός, τα πυρομαχικά και τα άλλα εφόδια βρίσκονταν πολύ κάτω της παραδεκτής αναλογίας. Καθόσον οι Βρετανοί δεν υλοποίησαν την υπόσχεσή τους περί παροχής ατομικού και βαρέως οπλισμού. Πέρα απ' αυτό, αεροπορία στη νήσο δεν υπήρχε, ενώ τα διατιθέμενα πυροβόλα και άρματα κρίνονταν τελείως ανεπαρκή.

Το σύνολο των γερμανικών δυνάμεων που θα έπαιρναν μέρος στην επίθεση κατά της Κρήτης ανερχόταν σε 22.750 άνδρες, 1.370 αεροπλάνα και 70 πλοία. Την επιχείρηση θα υποστήριζε και μικρός αριθμός ιταλικών αντιτορπιλικών και τορπιλακάτων, ενώ ένα ενισχυμένο ιταλικό σύνταγμα, ύστερα από αίτηση του Μουσολίνι, θα αποβιβαζόταν από τη Δωδεκάνησο στις ανατολικές ακτές της νήσου. Η ενέργεια αυτή, τελικά, πραγματοποιήθηκε στα τέλη Μαΐου, όταν η τύχη της νήσου είχε ήδη κριθεί.

Η γερμανική επίθεση από τον αέρα κατά της Κρήτης άρχισε το πρωί της 20ης Μαΐου 1941. Μετά από σφοδρό βομβαρδισμό, πολυάριθμα σμήνη μεταφορικών αεροσκαφών άρχισαν να πραγματοποιούν ρίψεις αλεξιπτωτιστών στην περιοχή Χανίων-Μάλεμε. Ταυτόχρονα άρχισε και η προσγείωση ανεμοπλάνων με αερομεταφερόμενα τμήματα. Επακολούθησε σκληρός αγώνας, στον οποίο συμμετείχε σύσσωμος ο Κρητικός λαός ανεξαρτήτου φύλλου και ηλικίας με τον πενιχρό οπλισμό που διέθετε. Κατά τη διάρκεια της υπόψη επιχείρησης, οι Γερμανοί κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ένα μικρό προγεφύρωμα στα ανατολικά του Ταυρωνίτη ποταμού και να θέσουν υπό τα πυρά τους το αεροδρόμιο Μάλεμε και το ύψωμα 107, από το οποίο ελέγχονταν η ευρύτερη περιοχή του αεροδρομίου.

Στις περιοχές Ρέθυμνου και Ηρακλείου η γερμανική επίθεση εκδηλώθηκε από τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας. Οι αλεξιπτωτιστές σε αυτές τις περιοχές υπέστησαν τρομακτικές απώλειες και δεν μπόρεσαν να σημειώσουν καμία επιτυχία.

Η αντεπίθεση που εκτοξεύτηκε για ανακατάληψη του αεροδρομίου Μάλεμε και του υψώματος 107 δεν ήταν έγκαιρη και για αυτό απέτυχε. Ύστερα από αυτή την αποτυχία και την προώθηση των συνεχώς ενισχυόμενων γερμανικών δυνάμεων προς τα βορειοανατολικά, οι εκεί βρετανο-ελληνικές δυνάμεις συμπτύχθηκαν τη νύχτα 23/24 Μαΐου σε νέα τοποθεσία ανατολικότερα. Από την ημέρα αυτή η πρωτοβουλία των επιχειρήσεων περιήλθε στους Γερμανούς, ενώ η τύχη της νήσου είχε πλέον κριθεί. Παρ'όλα αυτά, ο αγώνας συνεχίσθηκε σκληρός μέχρι την 29η Μαΐου, οπότε άρχισε η εκκένωση της Κρήτης από τις βρετανικές δυνάμεις, η οποία κατά το μεγαλύτερο μέρος ολοκληρώθηκε το βράδυ της 31ης Μαΐου.

Οι απώλειες και από τις δύο πλευρές υπήρξαν πολύ σοβαρές. Ο Διοικητής του ΧΙ Γερμανικού Σώματος Αεροπορίας Αντιπτέραρχος Στούντεντ αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι η Κρήτη υπήρξε «ο τάφος των Γερμανών Αλεξιπτωτιστών». Αυτό είχε ως συνέπεια να μη τολμήσουν οι Γερμανοί μέχρι το τέλος του πολέμου παρόμοια επιχείρηση.

Έτσι, μετά από αγώνα δέκα ημερών, έληξε η μάχη της Κρήτης, με επικράτηση των γερμανικών δυνάμεων, παρά τη γενναιότητα με την οποία πολέμησαν οι εκεί βρετανο-ελληνικές δυνάμεις και την πείσμονα αντίσταση του ηρωικού Κρητικού λαού, του οποίου το θάρρος, η τόλμη και το πνεύμα αυτοθυσίας υπήρξαν ανυπέρβλητα και προκάλεσαν τον θαυμασμό τόσο των Ελλήνων, όσο και όλων των Συμμάχων. Η μάχη της Κρήτης αποτελεί την τελευταία πράξη της πολεμικής τριλογίας με την οποία συντελέσθηκε η κατάληψη ολόκληρης της Ελλάδας από τα γερμανικά και ιταλικά στρατεύματα.

-Ελλήνων: Νεκροί 426 και μεγάλος αριθμός τραυματιών και αιχμαλώτων. Βλέπε ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη Ιστορία του Ελληνοιταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου 1940 -1941, Αθήνα,1985, σελ. 260
-Βρετανών: Νεκροί 1.742, τραυματίες 1.737 και αιχμάλωτοι 11.835. Επίσης βυθίστηκαν 2 καταδρομικά, 6 αντιτορπιλικά και απωλέσθηκαν πάνω από 2.000 αξιωματικοί και ναύτες.
-Γερμανών: Νεκροί 1.990, αγνοούμενοι 1.995 και σοβαρός αριθμός τραυματιών. Συνολικά οι απώλειες του επίλεκτου σώματος των Γερμανών αλεξιπτωτιστών ξεπέρασαν τους 8.000 άνδρες. Οι απώλειες σε αεροσκάφη ανήλθαν σε 220 τελείως κατεστραμμένα και 150 περίπου με σοβαρές ζημιές. Αυτό είχε ως συνέπεια να μη τολμήσουν οι Γερμανοί μέχρι το τέλος του πολέμου παρόμοια επιχείρηση. Βλέπε ΓΕΣ/ΔΙΣ,Αγώνες και Νεκροί 1940 - 1945, Αθήνα, 1990, σελ. 15

Διαβάστε ακόμα:

- Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟ ΒΑΘΥΤΕΡΟ ΝΟΗΜΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
- Σαν σήμερα: Η Μάχη της Κρήτης
- The Battle of Crete on Wikipedia

Operation Mercury - Η Μάχη της Κρήτης μέσα από τα επίκαιρα της ναζιστικής Γερμανίας:





Παρασκευή, 16 Μαΐου 2008

Ο Αυτοκράτωρ Ιωάννης Βατάτζης και η Ελληνικότητα του Βυζαντίου.

Συντάκτης: Κωνσταντiνος Χολέβας, Πολιτικός Eπιστήμων

Από το Δίκτυο 21

O μήνας Μάϊος είναι συνδεδεμένος μέ τή μνήμη τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί της Βυζαντινῆς Ρωμηοσύνης. Στίς 11 Μαΐου 330 μ.Χ. ἐγκαινιάσθηκε ἡ Βασιλεύουσα ἀπό τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο. Στίς 21 Μαΐου ἑορτάζουμε τή μνήμη τοῦ ἱδρυτοῦ Ἁγίου καί Μεγάλου Κωνσταντίνου καί τῆς μητρός του Ἁγίας Ἑλένης. Καί στίς 29 Μαΐου μνήμην ποιούμεθα τῆς αποφράδος ἐκείνης ἡμέρας τοῦ 1453 ὅταν ἀκούσθηκε ἡ κραυγή «ἑάλω ἡ Πόλη». Σέ πολλούς μελετητές προξενεί ἐντύπωση ἡ ὀνομασία «βασιλεύς Ρωμαίων», τήν ὁποία χρησιμοποιοῦσαν οἱ αὐτοκράτορες τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί η ὁρολογία «Ρωμανία» , τήν ὁποία συναντοῦμε σέ πολλά έγγραφα τῆς ἐποχῆς ὠς ὀνομασία τοῦ κράτους. Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ ὀνομασία «Βυζαντινή Αὐτοκρατορία» εἶναι μεταγενέστερη καί δημιουργήθηκε τό 1562 ἀπό τόν Γερμανό ἱστορικό Ἱερώνυμο Βόλφ. Σήμερα τήν χρησιμοποιοῦμε γιά να γινόμαστε κατανοητοί στούς πολλούς. Ὅμως ἀπό σεβασμό πρός τίς ἱιτορικές πηγές πρέπει νά ἐξηγοῦμε στούς νεωτέρους ὅτι οἱ ὅροι Ρωμαῖος καί Ρωμανία ἀναφέρονται στή Νέα Ρώμη-Κωνσταντινούπολη καί ὄχι στήν Παλαιά Ρώμη. Ἄλλωστε στό βυζαντινο κράτος ἡ παιδεία βασιζόταν στόν Ὅμηρο καί οὐδέποτε ἐδιδάχθη τό λατινικό ἔπος τοῦ Βιργιλίου, ἡ Αἰνειάδα, πού ἀναφέρεται στήν πρεσβυτέρα Ρώμη. Ἡ ἑλληνική συνείδηση ἦταν διαδεδομένη μεταξύ ἀρχόντων καί ἀρχομένων στό βυζαντινό κράτος ἰδίως μετά τόν 7ο αἰῶνα, ἄν καί τό κράτος ἦταν πολυεθνικό καί τό συνδετικό στοιχεῖο ἦταν ἡ Ὀρθοδοξία. Ἀπό τά ὀνόματα Ρωμαῖος καί Ρωμανία προῆλθε καί ὁ ὅρος Ρωμηός, ὁ ὀποῖος στήν νεώτερη ἱστορία μας σημαίνει ὐπό εὐρεῖα ἔννοια κάθε Ὀρθόδοξο καί ὑπό στενή ἔννοια τόν Ἕλληνα.

Γιά νά ξεκαθαρίσουμε τό θέμα της ελληνικής συνειδήσεως τῶν Βυζαντινών Αὐτοκρατόρων, ἰδιατέρως δέ κατά τούς τελευταίους αἰῶνες, καλόν εἶναι νά μελετήσουμε ἕνα ἐκπληκτικό κείμενο ἑλληνορθοδόξου ἀξιοπρεπείας καί πατριωτικῆς παρρησίας γραμμένο ἀπό τόν Αὐτοκράτορα τῆς Νικαίας Ἰωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη καί ἀπευθυνόμενο στόν Πάπα Νικόλαο Θ΄ . Ὅπως γνωρίζουμε μετά τήν Δ΄ Σταυροφορία καί τήν ἐπιβολή τῆς Λατινοκρατίας στόν χῶρο τοῦ Ἑλληνισμοῦ (1204) ἡ αὐτοκρατορία τῆς Νικαίας μέ ἕδρα τή Νίκαια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ὑπῆρξε ἕνα ἀπό τά ἐλεύθερα ἑλληνικά κράτη ἀπʼ ὅπου προῆλθε καί ἡ ἐκδίωξη τῶν Φράγκων ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη τό 1261. Ὁ Ἰωάννης Βατάτζης βασίλευσε ἀπό τό 1222 ἕως τό 1254 διαδεχόμενος τόν πεθερό του Θεόδωρο Λάσκαρι, τόν ποιητή τοῦ Μεγάλου Παρακλητικοῦ Κανόνος πρός τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον. Ὁ Ἰωάννης Βατάτζης γεννήθηκε τό 1193 στό Διδυμότειχο τῆς Θράκης καί σήμερα τιμᾶται ἀπό τήν Ἱερά Μητρόπολη Διδυμοτείχου καί Ὀρεστιἀδος ὡς τοπικός Ἅγιος (4 Νοεμβρίου, ἡμέρα τοῦ θανάτου του τό 1254). Λόγῳ τῆς βαθυτάτης πίστεώς του καί τῆς φιλανθρώπου καί ἐλεήμονος πολιτείας του κατετάγη μετά τήν κοίμησή του στό ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας καί ὀνομάσθηκε Ἅγιος Ἰωάννης Βατάτζης ὁ Ἐλεήμων. Ὡς Αὐτοκράτωρ τῆς Νικαίας ὁ Ἰωάννης Βατάτζης ἐργάσθηκε γιά τήν ἀνακατάληψη τῶν ἑλληνικῶν ἐδαφῶν καί πολέμησε κατά τῶν Φράγκων Σταυροφόρων καί κατά τῶν Τούρκων τοῦ Ἰκονίου. Καλλιέργησε τήν μελέτη τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων, εἶχε δέ καί ὁ ἴδιος στερεά κλασσική παιδεία καί ἐλληνική συνείδηση.

Τό συγκλονιστικό κείμενο, τό οποίο διαφωτίζει τήν ἑλληνική καί ορθόδοξη συνείδηση τῶν «Ρωμαίων βασιλέων», διασώζει ὁ ἀείμνηστος καθηγητής της Ἱστορίας Ἀπόστολος Βακαλόπουλος (1) καί ἔχει τίτλο «Τοῦ αοιδίμου βασιλέως κυροῦ Ἰωάννου τοῦ Δούκα πρός τόν τε (γράφε ἴσως τόν τότε) Πάπαν Γρηγόριον». Ὁ Βακαλόπουλος γράφει στόν Πρόλογό του: «Ἡ παρατιθέμενη επιστολή τοῦ Ἰωάννου Γ΄ Βατάτζη (1222-1254) πρός τόν πάπα Γρηγόριο Θ΄ (1227-1241) εἶναι πολύ χαρακτηριστική γιά τίς ἰδέες πού επικρατοῦν στούς βασιλεῖς τῆς Νίκαιας μετά τό 1204. Ἔντονη εἶναι ἡ ελληνολατρία καί ἡ ἐθνική ἑλληνική συνείδησή τους, πού βαθμιαῖα ταυτίζεται μέ τήν Ὀρθοδοξία. .... Ἐδῶ παρατηροῦμε καθαρά πῶς γεννιοῦνται καί δροῦν οἰ πολιτικές ἐκεῖνες ἀντιλήψεις, πού ἀποβλέπουν στήν ἀπελευθέρωση τῶν σκλαβωμένων ἑλληνικῶν χωρῶν, καί οἱ ὁποῖες προσαρμοσμένες ἐπιζοῦν ἐπί Τουρκοκρατίας μέσα σέ νέες συνθῆκες. Καί τελικά πῶς διαμορφώνουν τό περιεχόμενο τῆς λεγόμενης Μεγάλης Ἰδέας».

Τό κείμενο ξεκινά μέ τήν ἔκπληξη τοῦ Βατάτζη πῶς τόλμησε ὁ Πάπας νά του ζητήσει νά παύσει νά διεκδικεῖ τήν Κωνσταντινούπολη ἀπό τόν Φράγκο ἡγεμόνα , ὁ ὁποῖος τήν κατέχει ἀπό τό 1204. Γράφει μέ ἑλληνική αξιοπρέπεια καί διπλωματική εἰρωνεία ὁ Βατάτζης, ἀφοῦ προσδιορίσει στή αρχή ποιός εἶναι ὁ γράφων: «Ἰωάννης ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ πιστός βασιλεύς καί αὐτοκράτωρ Ρωμαίων ὁ Δούκας τῷ ἁγιωτάτῳ πάπᾳ τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης Γρηγορίῳ σωτηρίας καί εὐχῶν αἴτησιν». Ἀποδίδουμε στήν νεοελληνική ὁρισμένα ἀπό τά κυριώτερα σημεῖα τῆς ἐπιστολῆς: «Ἐγώ ὡς βασιλεύς θεωρῶ ἄτοπα τά ὅσα μοῦ γράφεις καί δέν ἤθελα νά πιστεύσω ὅτι εἶναι δικό σου τό γράμμα, ἀλλά ἀποτέλεσμα τῆς ἀπελπισίας κάποιου πού βρίσκεται κοντά σου, καί ὁ ὁποῖος ἔχει τήν ψυχή του γεμάτη κακότητα καί αὐθάδεια. Ἡ ἁγιότητά σου κοσμεῖται ἀπό φρόνηση καί διαφέρει ἀπό τούς πολλούς ὡς πρός τήν σωστή κρίση. Γιʼ αὐτό δυσκολεύθηκα πολύ νά πιστεύσω ὅτι εἶναι δικό σου τό γράμμα ἄν καί ἔχει σταλεῖ πρός ἐμέ.» Ἀξίζει νά θαυμάσουμε τήν ἔλλειψη δουλικότητος τοῦ Βατάτζη πρός τόν Πάπα ἄν καί τήν ἐποχή ἐκείνη οἱ Ἔλληνες τῆς Νικαίας ήσαν οἱ ἀδύναμοι καί ὁ Πάπας ἦταν ἡ ὑπερδύναμη τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν.

Καί συνεχίζει ο Ιωάννης Βατάτζης διατρανώνοντας τήν εθνική συνείδησή του: «Γράφεις στό γράμμα σου ότι στό δικό μας γένος των Ελλήνων η σοφία βασιλεύει...... οτι, λοιπόν, από τό δικό μας γένος άνθησε ἡ σοφία καί τά αγαθά της καί διεδόθησαν στούς ἄλλους λαούς, αὐτό εἶναι αληθινό. Ἀλλά πῶς συμβαίνει νά ἀγνοεῖς, ἤ ἄν δέν τό ἀγνοεῖς πῶς καί τό απεσιώπησες, ὅτι μαζί μέ τήν βασιλεύουσα Πόλη καί ἡ βασιλεία σέ αὐτόν τόν κόσμο κληροδοτήθηκε στό δικό μας γένος ἀπό τόν Μέγα Κωνσταντῖνο, ὁ ὁποῖος ἐδέχθη τήν κληση ἀπό τόν Χριστό καί κυβέρνησε μέ σεμνότητα καί τιμιότητα; Ὑπάρχει μήπως κανείς πού ἀγνοεῖ ὅτι ἡ κληρονομιά τῆς δικῆς του διαδοχῆς (σ.σ. τοῦ Μ. Κωνσταντίνου) πέρασε στό δικό μας γένος καί ἐμεῖς εἴμαστε οἱ κληρονόμοι καί διάδοχοί του; Ἀπαιτεῖς νά μήν ἀγνοοῦμε τά προνόμιά σου. Καί ἐμεῖς ἔχουμε τήν ἀντίστοιχη ἀπαίτηση νά δεῖς καί νά ἀναγνωρίσεις τό δίκαιό μας ὅσον ἀφορᾶ τήν ἐξουσία μας στό κράτος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τό ὁποῖο ἀρχίζει ἀπό τῶν χρόνων τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καί ...... ἔζησε ἐπί χίλια χρόνια ὥστε ἔφθασε μέχρι καί τήν δική μας βασιλεία. Οἱ γενάρχες τῆς βασιλείας μου, ἀπό τίς οίκογένειες τῶν Δουκῶν καί τῶν Κομνηνῶν, γιά νά μήν ἀναφέρω τους ἄλλους, κατάγονται ἀπό ἑλληνικά γένη. Αὐτοί λοιπόν οἱ ὁμοεθνεῖς μου ἐπί πολλούς αἰῶνες κατεῖχαν τήν ἐξουσία στήν Κωνσταντινούπολη. Καί αὐτούς ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης καί οἱ προϊστάμενοί της τούς ἀποκαλοῦσαν Αὐτοκράτορες Ρωμαίων....... Διαβεβαιοῦμε δέ τήν ἁγιότητά σου καί ὅλους τούς Χριστιανούς ὅτι οὐδέποτε θά παύσουμε νά ἀγωνιζόμαστε καί νά πολεμοῦμε κατά τῶν κατακτητῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Θά ἀσεβούσαμε καί πρός τούς νόμους τῆς φύσεως καί πρός τούς θεσμούς τῆς πατρίδος καί πρός τούς τάφους τῶν πατέρων μας καί πρός τούς ἱερούς ναούς τοῦ Θεοῦ , ἐάν δέν ἀγωνιζόμασταν γιʼ αὐτά μέ ὅλη μας τήν δύναμη...... Ἔχουμε μαζί μας τόν δίκαιο Θεό, ὁ ὁποῖος βοηθεῖ τούς ἀδικουμένους καί ἀντιτάσσεται στούς ἀδικοῦντας.....»

Ενας «βασιλεύς Ρωμαίων», ο Ιωάννης Βατάτζης μας άφησε ένα εξαιρετικό γραπτό μνημεῖο ελληνορθόδοξης αὐτοσυνειδησίας. Τέτοια κείμενα ἀξίζει νά διδάσκουμε στούς νέους μας. Αἰωνία ἡ μνήμη τοῦ εὐλαβοῦς Χριστιανοῦ καί πατριώτου Ἁγίου Ἰωάννου Γ΄Δούκα Βατάτζη.

(1) Βακαλοπούλου, Πηγές Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού, Α΄ τόμος, Θεσσαλονίκη 1965, σελ. 50-53.

Τρίτη, 13 Μαΐου 2008

11 Μαΐου 330 μ.Χ.: Εγκαίνια της Βασιλεύουσας του Γένους μας

Διαβάζουμε το αφιέρωμα του Καλλίμαχου για τα Εγκαίνια της Βασιλεύουσας...

11 Μαΐου 330 μ.Χ.: Eγκαίνια της Κωνσταντινουπόλεως από το Μέγα Κωνσταντίνο.
Η Βασιλεύουσα Πόλις επί 1100 χρόνια παρέμεινε ο προμαχών του Γένους μας.

Κώστας Χατζηαντωνίου, «Εθνικισμός και Ελληνικότητα»
(Εκδ. «Πορθμός», 2003, σελ. 216-224)

Ελληνισμός και Αυτοκρατορία

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είναι μια μυθική χώρα της λαϊκής συνείδησης. Εκεί είναι οι απαρχές του Νέου Ελληνισμού. Εκεί ανασαίνουν οι πατέρες μας. Ξένοι προς αρχαιολατρικές μονομέρειες και διεθνικές ιδεοληψίες, την αυτοκρατορία αυτή οι Έλληνες την αγάπησαν όσο τίποτε άλλο. Δομέστικοι και πατρικίες, ακρίτες και βασιλείς γοήτευσαν τη λαϊκή παράδοση, τη μήτρα του εθνικού μας πολιτισμού. Το αντίκρυσμα της κατεχόμενης Πόλης είναι τραύμα ανεπούλωτο. Όσο και αν η γνώση και ο χρόνος γκρέμισαν τις ιδανικές φωνές, τους αγαπημένους μύθους, κάθε Έλληνα τον πιάνει απέραντη θλίψη όταν σταθεί μονάχος απέναντι στην Πόλη, την Αγιά-Σοφιά, στα νερά που χρυσίζει η μνήμη, στις πέτρες που φωτίζουν το σκοτάδι. Η Μεγάλη Εκκλησιά έγινε ο Τόπος του ελληνικού πνεύματος. Ο «ένδοξός μας βυζαντινισμός» δεν λησμονιέται κι ας στέκει για πολλούς εκείνη η αυτοκρατορία «σημείον αντιλεγόμενον», προκαλώντας τον ρασιοναλισμό, την αμφιβολία και τον δυτικισμό.

Η απελευθέρωση των Ελλήνων από τη ρωμαιοκρατία υπήρξε δώρο της Πρόνοιας αλλά και έμπνευση της εθνικής ψυχής που διέβλεψε στη χριστιανική αποκάλυψη την οδό προς την Απελευθέρωση. Γι' αυτό και οι χιλιάδες Έλληνες Χριστιανοί μάρτυρες είναι συνάμα και εθνομάρτυρες. Μέσα από την Εκκλησία οι Έλληνες (που έγιναν χριστιανοί ελεύθερα, χωρίς πίεση από καμιά εξουσία -το αντίθετο μάλιστα επί τρεις αιώνες- πολύ πριν τον Δ' αι. οπότε η Εκκλησία αποκτά εξουσία) ξαναμπαίνουν δυναμικά στο προσκήνιο της Ιστορίας και μάλιστα ως πρωταγωνιστές. Δεν εγράφη ωραιότερο σχήμα περιγραφής της αναγεννητικής ορμής του Ελληνισμού από αυτό του Μεγάλου Φωτίου: «Κλάδος ευθαλής καρπούς ωραίους ενεγκών, περιήρηται. Αλλ' η ρίζα μένει, οίσει πάλιν ουκ ελάττονα. Απήλθεν η καλή και θαυμάσια εικών. Αλλ' ο Γραφεύς έτι την χείρα κινεί...».

Ο αρχαίος ελληνισμός παρήκμασε και υποδουλώθηκε πολύ πριν την εμφάνιση του χριστιανισμού. Χρωστάμε την αναγέννησή μας στην Εκκλησία του Χριστού είτε πιστεύουμε σε αυτήν είτε όχι. Αποτελεί τεκμήριο προσωπικής εντιμότητας, ιστορικής αλήθειας και εθνικής υποχρέωσης να το αναγνωρίσουμε. Ανήρπασε τους Έλληνες από τη γραικυλική κατάντια της ρωμαιοκρατίας και τους κατέστησε πηδαλιούχους μιας αυτοκρατορίας. Έξοχα το συνέλαβε ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος τον 19ο αιώνα αγωνιζόμενος κατά των αρχαιολατρών που αντιμάχονταν το εκκλησιαστικό γεγονός και τη βυζαντινή παράδοση. «Αι πηγαί της νεοελληνικής εθνότητος», έγραφε, «υποβλύζουν υπόγειοι και αδιόρατοι εξ αυτής της θείας ενανθρωπήσεως. Αναπηδώσιν εις την επιφάνειαν της γης επί Κωνσταντίνου και Θεοδοσίου. Ζητούσι τον ευθύτερον και συμφορώτερον δρόμον επί Λέοντος του Θρακός άχρι Λέοντος του Ισαύρου και δεν ορμώσιν ακατάσχετοι πλέον ή εις τας ημέρας Βασιλείου του Μακεδόνος και των διαδόχων του, ιθυτενώς έκτοτε προς την σύγχρονον Παλιγγενεσίαν μας ευθυπορούσαι.» (Βυζαντιναί Μελέται, σ. 63, Αθήναι 1867).

Ποιητικότατα αλλά ακριβέστατα ο Ζαμπέλιος διέβλεπε «πνεύμα Κυρίου που ήλθεν επί την Ελλάδα» και «δύναμιν Υψίστου που επεσκίασεν αυτήν». Η αρχαία Ελλάδα, συνέχιζε ο μέγας ιστορικός μας, «συνθάπτεται τω Χριστώ» για να νικήσει διά του θανάτου τον θάνατο: «Συνθήκη κοσμοσωτήριος Ελλάδος και Χριστιανισμού, θεοκέλευστος συζυγία, το μέλλον αμφοτέρων εις τους αιώνας εξασφαλίζουσα! Η μεν Ελλάς παρέχει επ' αγαθώ της Οικουμένης τω Χριστιανισμώ παιδείαν, γλώσσαν, ευφυΐαν, καρτερίαν ακλόνητον εις βασανιστήρια. Προσφέρει θυσίαν αιματηράν τε και αναίμακτον. Ο δε Σωτήρ του κόσμου τίθησι εις τον δάκτυλον της μνηστής τον αρραβώνα της σωτηρίας (...) Θαύμα ξένον και όντως εκπληκτικόν! Διαλύεται εν σιγή η ενδοξοτέρα των εθνοτήτων της αρχαιότητος, το καύχημα των αιώνων αποσυντίθεται εν σκιά θυσιαστηρίου (...) Ο ανακαινιζόμενος Ελληνισμός πλεονεκτεί του πρεσβυτέρου προς συναίσθησιν εαυτού και προς πνευματικήν διαστολήν, άρα υπερτερεί και κατ' εθνικήν συνάφειαν (...) Πότε ανακύπτει ο Ελληνισμός των εμφυλίων ερίδων κεκαθαρισμένος; Πότε ει μη κατά τον μεσαίωνα, αναφαίνεται ακέραιος, ολομελής, απαραχάρακτος, καθάπερ σκεύος εξ αμιγούς φυράματος κατασκευασθέν;» (Βυζαντιναί Μελέται, σ. 43-45).

Διαφυλάσσοντας την ορθόδοξη πίστη και παράδοσή του ο Ελληνισμός διασώζει την πνευματική του αυτοτέλεια τόσο έναντι της ασιατικής Ανατολής όσο και έναντι της λατινικής Δύσης. Το άγιο βάπτισμα συχνότατα συνιστά και πράξη εξελληνισμού ενώ το συμβολο της Πίστεως διασώζει γένος και πίστη συνάμα. Διά της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν διασώθηκε απλώς η γλώσσα του έθνους -και η γλώσσα δεν είναι όργανο επικοινωνίας αλλά τρόπος σκέψεως, μέσο συνειδητοποίησης του προσώπου, εμπειρία της ζωής του, έκβαση ιστορική και διακεκριμένη πρόσληψη της πραγματικότητας. Διά της Ορθόδοξης Εκκλησίας υποτάχθηκε στην ελληνική ηγεμονία η ρωμαϊκή βούληση, διακόπηκαν οι βαρβαρικές διαβρώσεις, διαμορφώθηκε (επί Φωτίου και Κηρουλάριου) το Νεοελληνικό Εγώ, υπονομεύθηκε η σταυροφορική και λατινική κατάκτηση, αποσπάστηκαν από τον Μωάμεθ τα σωτήρια για το έθνος προνόμια.

Η χριστιανική ελληνορωμαϊκή αυτοκρατορία (που οι Φράγκοι κατακτητές της Δύσης ονόμασαν «Βυζάντιο» αφ' ενός για να μην την αναγνωρίζουν ως τη μόνη νόμιμη διάδοχο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και αφ' ετέρου διότι η ονομασία «ελληνική μεσαιωνική» θα υπενθύμιζε τα νόμιμα δικαιώματα του νεοελληνικού κράτους) αποτέλεσε το μεσαιωνικό σχήμα του ελληνικού έθνους που ως κίνημα παιδείας και πολιτισμού ίσταται υπεράνω φυλετικών αποκλειστικοτήτων. Αλλά δεν αποτέλεσε απλώς τη μεσαιωνική αυτοκρατορία του χριστιανικού Ελληνισμού. Οριοθέτησε την εθνική μας συγκρότηση την οποία χρωστούμε στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Διότι «κύρος και σφραγίς Θεότητος εντετύπωται τη παρελθούση και τη μελλούση ημών Πολιτεία, τύπος ζώντος Θεού, σφραγίς και αποστολή σωτηρίας ανεξαλείπτως ενεχαράχθησαν επί του βίου μας» (Ζαμπέλιος, ό. π., σ. 61).

Χωρίς φυλετικές προκαταλήψεις, οι Βυζαντινοί είχαν πάντοτε συνείδηση του ελληνικού τους παρελθόντος. Η ελληνικότητά τους δεν ήταν μουσειακή. Ήταν ζώσα και δυναμική. Παρά ταύτα, συχνά, ειδικά στις πρώτες δεκαετίες του νεοελληνικού κράτους αλλά και ως τις μέρες μας επανέρχεται λόγος αμφισβήτησης αυτής της ελληνικότητας. Ένα ετερόκλητο μέτωπο διαφωτιστών και υπερορθοδόξων, αριστερών και φιλελεύθερων, παγανιστών και οικουμενιστών ομιλεί περί πολυεθνικής αυτοκρατορίας. Το Βυζάντιο ασφαλώς δεν ήταν μια εθνοφυλετική αυτοκρατορία. Αλλά η Ιστορία έχει αποδείξει ότι πίσω από όλες τις πολυεθνικές αυτοκρατορίες ένας εθνικός πολιτισμός κυριαρχεί και επιβάλλει την κυριαρχία του.

Ποιος αμφιβάλλει ότι η ΕΣΣΔ ήταν μια ρωσική αυτοκρατορία, ότι πίσω από την πολυεθνική σοβιετική αυτοκρατορία δέσποζε ο ρωσικός εθνικισμός διά της κομμουνιστικής ιδεολογίας, όπως στο Βυζάντιο ο ελληνισμός διά της ορθόδοξης πίστης συνέχιζε κυριαρχικά την εθνική του πορεία; Όπως ανέρχονταν στον βυζαντινό θρόνο πολλοί μη ελληνικής καταγωγής, έτσι και στο Κρεμλίνο εισέρχονταν πλήθος σοβιετικών μη Ρώσων αξιωματούχων. Αλλά το καίριο είναι ποιαν εθνική πολιτική και ποιον εθνικό πολιτισμό υπηρετούν. Και η βυζαντινή αυτοκρατορία διαπνέονταν από την οικουμενική αντίληψη του ελληνικού εθνισμού και ειδικά από τον πολιτισμό της ελληνιστικής περιόδου. Όταν αρχίζει η παρακμή, όλοι αυτονομούνται, συγκροτούν ξεχωριστά κράτη. Γιατί μένουν μόνοι οι Έλληνες να την υπερασπίζονται; Διότι αυτοί γνωρίζουν καλύτερα από τους σοφούς του καιρού μας ότι είναι η δική τους αυτοκρατορία. Αυτούς ονομάζουν Ρωμαίους, Ρωμιούς. Αυτούς κατηγορούν ως σήμερα Τούρκοι, Βαλκάνιοι και Δυτικοί ότι «επιδιώκουν την ανασύσταση του Βυζαντίου».

Η Κωνσταντινούπολις είναι η πρώτη πρωτεύουσα του έθνους -η πρώτη καθολικά αποδεκτή μετά από χιλιετίες πολλών ελληνικών κέντρων. Και είναι συνάμα η πρωτεύουσα του ελληνικού οικουμενισμού. Κληρονόμος των ελληνικών και ρωμαϊκών πολιτικών παραδόσεων, μοναδικό κέντρο της Εκκλησίας του Χριστού μετά την αποστασία του παπισμού, αποτελεί εσχατολογικό σύμβολο ενότητας του κόσμου καθώς αποτελεί εν ταυτώ νέα Ρώμη, νέα Ιερουσαλήμ και νέα Αθήνα. Συνθέτει δηλαδή τα κέντρα των τριών μεγάλων πολιτιστικών κύκλων του κόσμου. Το γεγονός αποδεικνύει την ποιοτική σημασία αυτής της περιόδου της εθνικής μας ιστορίας. Στο σταυροδρόμι Ευρώπης και Ασίας, Δύσης και Ανατολής, η Πόλη (όπως την ονόμασαν οι Έλληνες για να υπογραμμίζουν τη μοναδικότητά της αλλά και να τη συνδέσουν με την ιερή μνήμη της λέξεως αυτής στη συλλογική συνείδηση) εκφράζει την εθνική ιδιοσυστασία και την πολιτισμική αποστολή όχι μόνο του μεσαιωνικού αλλά και του νέου Ελληνισμού. Η τριαδική συγκρότηση της νεοελληνικής ψυχής (ελληνική, ρωμέικη, χριστιανική) έχει αφετηρία την πολιτική αναβίωση του έθνους, χάρη στην είσοδό του στην καινή κτίση του Χριστού και τέρμα το τέλος της Ιστορίας. Μεσολαβούν η χαίνουσα πληγή της 29ης Μαΐου 1453 και η εκκρεμής ενώπιον του Πνεύματος θεραπεία.

Ο μεσαιωνικός ελληνισμός, η Ρωμηοσύνη, είναι ο μητρικός μας χώρος. Η αυτοκρατορία που από χριστιανορωμαϊκή, εξελίχθηκε σε χριστιανική ελληνορωμαϊκή και κατέληξε σε ελληνορθόδοξη, εξελληνίστηκε ταχύτατα (δεν αναφερόμαστε ασφαλώς σε μια φυλετική κυριαρχία) και σφράγισε την παγκόσμια ιστορία. Δεν επιθυμούμε να την εξιδανικεύσουμε, αλλά δεν υπήρξε άλλη αυτοκρατορία, άλλη υπερδύναμη, που να πορεύθηκε χίλια εκατόν χρόνια ανάμεσα στο μεγαλείο και την εξαθλίωση, που βυθιζόταν στην αμαρτία λίγο πριν αναδυθεί στην αγιότητα, που έγινε όχημα εκπολιτισμού, εκχριστιανισμού και εξελληνισμού, που αντιστάθηκε σε βαρβάρους και σε σφετεριστές εξ όλων των σημείων του ορίζοντα. Δεν ήταν ένα κράτος όπως τα άλλα. Δεν θεμελιώθηκε από μια τυχαία πολιτική βούληση αλλά από την έξοχη φυσιογνωμία ενός ανθρώπου στον οποίο χρωστούμε την πολιτική αναβίωση του Ελληνισμού.

Η πλήρης επικράτηση του Χριστιανισμού στο ομοιογενές ελληνικό- ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας οδήγησε τον Μέγα Κωνσταντίνο στην αναζήτηση μιας νέας οικουμενικής ταυτότητας. Καθώς η Ρώμη γκρεμίζεται μέρα με την ημέρα («πέθαινε και γελούσε» όπως έγραφε ο Σαλβιανός), ο Μέγας Κωνσταντίνος συλλαμβάνει την ιστορική στιγμή, τολμά και αποφασίζει τη μεγάλη πολιτειακή μετακόμιση. Η ελληνική Ανατολή μπορεί να σώσει την αυτοκρατορία. Ο Κωνσταντίνος αντελήφθη πρώτος μέσα στη ρωμαϊκή γραφειοκρατία πως μόνο ο χριστιανισμός και ο ελληνισμός μπορούσαν να αποκαταστήσουν την ενότητα της αυτοκρατορίας ή έστω να διασώσουν το μείζον επίτευγμα, τη συνείδηση της οικουμενικότητας. Η προσοχή του συνεπώς φυσικό ήταν να στραφεί στην Ανατολή παρότι έτσι εξασθενούσε τη Δύση έναντι των βαρβάρων του βορρά. Αργότερα θα υπήρχαν οι ευκαιρίες, πίστευε, της εδαφικής αποκατάστασης της οικουμενικότητας -και οι εξελίξεις του 5ου αι. με τον Ιουστινιανό τον δικαίωσαν, έστω πρόσκαιρα, πριν τα γερμανικά φύλα σφετεριστούν οριστικά τη ρωμαϊκή κληρονομιά.

Ο εκχριστιανισμός μπορεί να εκπολίτισε αυτά τα φύλα αλλά το μόνιμο αίσθημα μειονεξίας απέναντι στην ελληνική Ανατολή δεν θεραπεύτηκε ποτέ παρότι χωρίς την ελληνοχριστιανική Ανατολή ο ευρωπαϊκός πολιτισμός (για τον οποίο επαίρονται) δεν θα υπήρχε ποτέ. Τα φύλα που κατέκτησαν το δυτικό ρωμαϊκό κράτος τόσο πολύ ένοιωθαν τη βαρβαρότητά τους που αγωνίστηκαν να σφετεριστούν τη ρωμαϊκή κληρονομιά ονομάζοντας την Ανατολή «Βυζάντιο» και επιβάλλοντας τον όρο στη διεθνή ιστορική επιστήμη. Επέβαλαν μάλιστα στη γλώσσα τον όρο «βυζαντινολογώ» για το περιττό και το πομπώδες, τον «βυζαντινισμό» για τις «συνωμοσίες» κ.τ.ό., όρους, που σε απόδειξη ηθικής κατάπτωσης υιοθετήθηκαν και χρησιμοποιούνται από Έλληνες που προσβάλλουν μ' αυτόν τον αρκούντως γελοίο τρόπο τον εαυτό τους και τους πατέρες τους. Κι ας χρωστά τα μέγιστα ο ευρωπαϊκός πολιτισμός στην υπερφυή σύνθεση που συντελέστηκε στην Κωνσταντινούπολη, ελληνικού πολιτισμού, ρωμαϊκής πολιτικής θεωρίας και χριστιανικής πίστης, στη σύνθεση που συνιστά μια οικουμενική ταυτότητα ανεπανάληπτης συγκινησιακής έντασης και διαχρονικού δυναμικού προσανατολισμού.

Στην πόλη που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος για να απελευθερωθεί από την παρηκμασμένη Ρώμη, ένας νέος κόσμος γεννιέται. Επιλέγουμε τη βασιλεία του Κωνσταντίνου ως απαρχή της μεσαιωνικής αυτοκρατορίας διότι απ' αυτήν υπάρχει η ουσιώδης διαφοροποίηση. Η χριστιανική εκκλησία, η ανατολική παράδοση και ο ελληνισμός (χωρίς το όνομά του ακόμη αλλά με την ψυχή και το σώμα του) δίνουν μιαν άλλη ύπαρξη στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Η αυτοκρατορία αυτή ήταν πάντοτε κάρφος στα μάτια της Δύσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πολύς Γίββων, ιστορικός δέσμιος των δυτικών ιμπεριαλιστικών προκαταλήψεων, που θεωρεί την υπερχιλιετή βυζαντινή αυτοκρατορία... απλή παρακμή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αποκαλεί Ρωμαίους τους Βυζαντινούς όποτε νικούν ή φέρονται ευγενώς και Έλληνες αν ηττώνται ή φέρονται δολίως. Η γελοιότητά του φθάνει στο σημείο να αστεΐζεται με τις μοναχές που αρπάζονταν από τους Τούρκους κατά την άλωση, λέγοντας πως «ίσως αι πλείσται επροτίμων τας αγρυπνίας του χαρεμίου παρά τας του μοναστηρίου» (Ζ', σ. 325). Τέτοια επιστημονική ακρίβεια διέπει τη δυτική ιστοριογραφία που διά του Γίββωνος υμνεί τον Ιουλιανό, τον Μωάμεθ, τον Τζέγκις Χαν και ό,τι τέλος πάντων έπληττε την ελληνοχριστιανική αυτοκρατορία. Δεν αντιλέγει κανείς πως η βυζαντινή ιστορία έχει και μελανές σελίδες και στίγματα (απάνθρωπες ποινές, εγκληματικά ήθη, ευνούχοι, δεισιδαιμονίες, ανθελληνικές φάσεις) αλλά αυτά είναι βάρη που η ρωμαϊκή (αρκούντως βαρβαρική) και η ανατολίτικη παράδοση (της ελληνιστικής περιόδου) κληροδότησαν στην αυτοκρατορία.

Το χριστιανικό κράτος της ρωμαϊκής Ανατολής (ο λαός του οποίου το αναγνώριζε πάντα ως «Ρωμανία», ως μια οικουμενική αυτοκρατορία και όχι ως μια αυτοκρατορία της Ανατολής) αναδύθηκε με την translatio imperii από τη Ρώμη στην Πόλη που θεμελίωσε στις 8 Νοεμβρίου 324 ο Κωνσταντίνος επί της αρχαίας πόλεως των Μεγαρέων, του Βυζαντίου. Η ίδρυση της νέας αυτοκρατορίας συντελείται, κατά την πίστη των κατοίκων της, κατά τρόπον υπερβατικό. Χαρακτηριστικό είναι το εξαποστειλάριο του όρθρου της εορτής των βασιλέων και ισαποστόλων της Εκκλησίας Κωνσταντίνου και Ελένης («ουκ εξ ανθρώπων είληφεν το βασίλειον κράτος, αλλ' εκ της θείας χάριτος») αλλά και η αναφορά του ίδιου του Κωνσταντίνου: «Ο Θεός που με έκρινε άξιο να εκπληρώσω τη βούλησή Του, με αναζήτησε και με έθεσε στην υπηρεσία του και εγώ (...) ανταποκρίθηκα στη θεία κλήση, απωθώντας και διασκορπίζοντας, χάρη σε κάποια ανώτερη δύναμη, τα δεινά που κατέχουν τον κόσμο ώστε το ανθρώπινο γένος (...) να επαναχθεί στο σεβασμό του θείου νόμου».

Το όραμα μιας νύχτας του Οκτωβρίου του 312, παραμονή της σύγκρουσης με τον Μαξέντιο έξω από τα τείχη της Ρώμης, αποτέλεσε την κρισιμότερη ώρα της αυτοκρατορίας αλλά και της ζωής του Κωνσταντίνου. Το λάβαρο με το μονόγραμμα του Χριστού που έδωσε τη νίκη στη Μουλβία γέφυρα αποτέλεσε σύμβολο και θεμέλιο όχι μόνο της πεποίθησης του Κωνσταντίνου ότι ήταν όργανο της θείας Πρόνοιας αλλά και συνολικά της βυζαντινής πολιτικής θεωρίας που θεωρεί την αυτοκρατορία επίγειο απείκασμα της Βασιλείας του Θεού. Ο Κωνσταντίνος είναι ο πρώτος χριστιανός βασιλέας της παγκόσμιας ιστορίας και γενικότερα της χριστιανικής μοναρχίας, αυτής της μεγάλης παράδοσης των μέσων αιώνων. Το έργο του, απόρροια όχι μόνο πολιτικού ενστίκτου αλλά και μεταφυσικής πίστης (ο Κωνσταντίνος διακινδύνευε τα πάντα με τη ρήξη του με το κατεστημένο της Ρώμης), υπήρξε μοναδικό. Κατ' αρχήν το διάταγμα των Μεδιολάνων που νομιμοποιεί τον χριστιανισμό και περιγράφει ένα εξαίρετο πρόγραμμα ανεξιθρησκίας που δυστυχώς δεν ακολούθησαν οι διάδοχοι του. Η χριστιανικής εμπνεύσεως μεταρρύθμιση του ποινικού και δημόσιου δικαίου και η διοικητική μεταρρύθμιση συμπληρώνουν το έργο του γενάρχη του χριστιανικού ελληνισμού που υιοθετεί την ελληνική δημοκρατική παράδοση συγκαλώντας Οικουμενική Σύνοδο (Νίκαια 325) για τη λύση των δογματικών διαφωνιών.

Αν οι διάδοχοί του δεν συνέχισαν το κλίμα ανοχής προς τις αιρέσεις, ακόμη και προς τον παγανισμό, που επεδείκνυε ο Κωνσταντίνος, δεν το έπραξαν από θεολογικές επιταγές ή εκκλησιαστική υποκίνηση αλλά από τη μεσαιωνική αντίληψη κρατικής ενότητας που απαιτούσε και τη θρησκευτική ενότητα, από την αντίληψη που θεωρεί την αίρεση πράξη εσχάτης προδοσίας. Το φιλελεύθερο πνεύμα του Κωνσταντίνου αποτυπώνεται έξοχα στα ίδια του τα λόγια: «Ειρηνεύειν σου τον λαόν και αστασίαστον μένει επιθυμώ, υπέρ του κοινού της οικουμένης και του πάντων των ανθρώπων χρησίμου. Ομοίαν τοις πιστεύουσιν οι πλανώμενοι χαίροντες λαμβανέτωσαν ειρήνης τε και ησυχίας απόλαυσιν. Αύτη γαρ η της κοινωνίας επανόρθωσις και προς την ευθείαν αγαγείν οόόν ισχύει. Μηόείς τον έτερον παρενοχλείτω. Έκαστος όπερ η ψυχή βούλεται τούτο και πραττέτω».

Ο ελληνικός πολιτισμός είναι το συμπαγέστερο βάθρο της βυζαντινής ιδεολογίας. Δεν ήταν απλώς μια παράδοση ή μια πνευματική καλλιέργεια που ενσωμάτωσε η ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Υπήρξε μια δύναμη μεταμόρφωσης που ανοικοδόμησε την αυτοκρατορία και διαμόρφωσε τις εξελίξεις στο ανατολικό τμήμα που συνιστούσε ελληνική εθνολογική βάση. Ωστόσο, η χριστιανική αυτοκρατορία που ο Κωνσταντίνος θεμελίωσε δεν θα αποδεχθεί ποτέ τον περιορισμό της στην Ανατολή, η ιδέα της αποκατάστασης του οικουμενικού ρωμαϊκού μεγαλείου είναι άκαμπτη. Μοναδική κληρονόμος του ρωμαϊκού κράτους, η Κωνσταντινούπολη θεωρεί ηθικά απαράδεκτη τη διάρρηξη της οικουμενικής βασιλείας. Ο αυτοκράτορας δεν είναι ασύδοτος, όπως στη Ρώμη, σύντομα ονομάζεται «βασιλεύς» (όπως στην ελληνική παράδοση) και ο θεωρητικός της βυζαντινής μοναρχίας Συνέσιος θα υπενθυμίζει ότι «βασιλέως τρόπος ο νόμος, τυράννου δε ο τρόπος νόμος». Οι δήμοι και κυρίως ο στρατός, ο ένοπλος λαός (οι κατεξοχήν δημοκρατικοί θεσμοί λαϊκής συμμετοχής στη βυζαντινή πολιτική) θα επεμβαίνουν όποτε διαταράσσεται αυτή η αρχή.

Η πάλη κατά των αιρέσεων, η χριστολογική κρίση, η εικονομαχία είναι φάσεις της πάλης του Ελληνισμού κατά του ανατολικού πνεύματος ενώ η σύγκρουση με τη φραγκολατινική Δύση και οι θεολογικές έριδες των τελευταίων αιώνων είναι ουσιαστικά η πάλη κατά του βορείου πνεύματος. Διότι πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η Δύση ουσιαστικά υποδουλώθηκε στο βόρειο πνεύμα και ό,τι καταχρηστικά ονομάζουμε δυτικός πολιτισμός είναι στην πραγματικότητα βόρειο ενώ η Ορθοδοξία αποτελεί έργο του Έλληνος ανθρώπου της χριστιανικής Ανατολής. Η πτώση της Δυτικής Ρωμηοσύνης αλλά και η προέλαση του Ισλάμ στην Ανατολή θα διαμορφώσουν το διμέτωπο αντιστασιακό πνεύμα του Νέου Ελληνισμού, αυθεντικού κληρονόμου των ελληνορωμαϊκών παραδόσεων. Η Ορθοδοξία πέρα από Εκκλησία θα αναδειχθεί σε πνευματικό πλαίσιο του έθνους εντός του οποίου εκφράζεται η εθνική συνείδηση, κτυπά η εθνική καρδιά, διασώζεται ένας κόσμος ενδόξου παρελθόντος και ένας κόσμος λυτρωτικής ελπίδας, ένας κόσμος καθαρός από δυτικές και ανατολικές αιρέσεις που θα αλλοίωναν την εθνική φυσιογνωμία. Γι' αυτό και ο αγώνες των ταπεινών Βυζαντινών υπέρ της Ορθοδοξίας αντικειμενικά ήσαν αγώνες και για τον Ελληνισμό.