Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντινούπολη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντινούπολη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Μαΐου 2008

29 Μαΐου 1453. Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Αφιέρωμα στην Άλωση της Κωνσταντινούπολης από την Εφημερίδα της Ξάνθης "Ακρίτας"

Ήταν ημέρα Τρίτη όταν η “Βασιλεύουσα” έπεσε στα χέρια των Οθωμανών.

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης απετέλεσε την συγκλονιστικότερη είδηση που γνώρισε ποτέ ο άνθρωπος σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης. «Η πόλις εάλω!!!»

Οι ιστορικοί συμφωνούν ότι η λεηλασία της πόλεως κράτησε, όπως είχε υποσχεθεί ο Μωάμεθ στους στρατιώτες του, τρεις ημέρες και τρεις νύχτες. Ο λαός σφάχτηκε ανελέητα. Οι εκκλησίες με πρώτη την Αγία Σοφία λεηλατήθηκαν και μολύνθηκαν. Ένας ολόκληρος πολιτισμός χάθηκε, χιλιάδες βιβλία και εικόνες κάηκαν, κομματιάστηκαν ή πουλήθηκαν στα παζάρια.!!

Ο τελευταίος Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος όμως δεν πέθανε. Κανένας δεν τον αναγνώρισε νεκρό. Κανένας δεν ξέρει που είναι ο τάφος του. Ζει στα όνειρα του Έθνους. Η λειτουργία δεν τελείωσε. Η εκκλησία δεν τον ανακήρυξε Άγιο. Το Έθνος δεν τον τίμησε, όπως θα τον τιμούσε αν είχε πεθάνει.

«Άγγελοι τον παρέλαβαν, τον έλουσαν και τις πληγές του έπλυναν με μόσχο και με μύρο του έστρωσαν να κοιμηθεί σε κλίνη από βύσο κι' Αρχάγγελοι με πύρινες ρομφαίες τον φυλάνε μέχρι νάρθει η ώρα του για να τόνε ξυπνήσουν.»

Η πόλη της Κωνσταντινούπολης χτίστηκε σε μία χερσόνησο χονδρικώς τριγωνική σε σχήμα. Τα τείχη της εκτεινόμενα από τη συνοικία των Βλαχερνών (στον Κεράτιο κόλπο), ως τη συνοικία του Στουδίου (στην Προποντίδα), είχαν μήκος περίπου τέσσερα μίλια.

Μελαγχολικά στέκονται σήμερα τα μοναδικά, όπως και η Βασιλεύουσα, αυτοκρατορικά τείχη της Κωνσταντινουπόλεως. Χτίστηκαν από το Μεγάλο Κωνσταντίνο και αντικαταστάθηκαν αργότερα από το περίφημο, με δύο έως τρεις σειρές τείχος, του Μεγάλου Θεοδοσίου. Ίσως περιμένουν το Μαρμαρωμένο Βασιλιά με το Δικέφαλο Αετό.

Γεγονότα – Χρονολογίες

6 Απριλίου. Οι Τούρκοι άρχισαν τον αγώνα με ισχυρό βομβαρδισμό των τειχών. Όταν όμως έπεσε η νύχτα, οι αμυνόμενοι κατόρθωσαν να κάνουν τις επιβαλλόμενες επισκευές.

11 Απριλίου. Ο Σουλτάνος έξω από τη σκηνή του δίνει οδηγίες ώστε να τοποθετηθούν τα μεγάλα πυροβόλα απέναντι από τα τείχη και από την επόμενη ημέρα άρχισε ο βομβαρδισμός για να διαρκέσει επί έξη εβδομάδες.

18 Απριλίου. Δύο ώρες μετά τη δύση του ήλιου, ο Μωάμεθ που είχε περισσότερες ελπίδες στην ξηρά, διέταξε έφοδο κατά του Μεσοτειχίου με ακοντιστές, τοξότες και άνδρες της φρουράς των γενιτσάρων χωρίς όμως επιτυχία, παρά τον τετράωρο αγώνα.

21 Απριλίου. Ο σουλτάνος με το επινοητικό του μυαλό, αποφάσισε να μεταφέρει πλοία από το Βόσπορο στον Κεράτιο Κόλπο, περνώντας τα από την ξηρά πάνω σε τροχοφόρα έλκηθρα, τα οποία θα ρυμουλκούσαν ομοζυγίες βοδιών και ομάδες ανθρώπων. Οι σημαίες των πλοίων ανέμιζαν, οι σάλπιγκες ηχούσαν, ενώ το ένα πλοίο μετά το άλλο μεταφερόταν από το Βόσπορο στον Κεράτιο Κόλπο. Γύρω στα εβδομήντα Τουρκικά πλοία μεταφέρθηκαν, τα οποία έβλεπαν οι Χριστιανοί φρουροί από τα τείχη.

13 Μαΐου. Ολοκληρώθηκε η μετακίνηση των πλοίων, παρά τις αντιρρήσεις ορισμένων πληρωμάτων και η κύρια αποστολή των ναυτών ήταν να φροντίσουν για την επισκευή των τειχών.

23 Μαΐου. Οι Τούρκοι προσπάθησαν να υπονομεύσουν και πάλι το τείχος των Βλαχερνών. Οι Χριστιανοί υπερασπιστές των τειχών περικύκλωσαν και συνέλαβαν μερικούς υπονομευτές, οι οποίοι αναγκάστηκαν να αποκαλύψουν όλες τις θέσεις των Τουρκικών υπονόμων, οι οποίες καταστράφηκαν κι' έτσι οι Τούρκοι πλέον εγκατέλειψαν τις υπονομευτικές τους δραστηριότητες.

25 Μαΐου (Παρασκευή). Ο Μωάμεθ προτείνει στον Αυτοκράτορα να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη με το Στρατό και τους αυλικούς του με αντάλλαγμα την ηγεμονία της Πελοποννήσου. Η απάντηση του Αυτοκράτορα ήταν ένα νέο «Μόλων Λαβε».

27 Μαΐου (Κυριακή). Οι βομβαρδισμοί με τα τουρκικά πυροβόλα συγκεντρώνονται εναντίον του φράγματος στο εσωτερικό του Μεσοτειχίου. Ο Σουλτάνος περιέτρεξε καβάλα στο άλογο όλο το στράτευμα για να αναγγείλει ότι σύντομα θα γίνει η μεγάλη έφοδος.

28 Μαΐου (Δευτέρα). Ολοκληρώνονται οι προπαρασκευές των Τούρκων για την τελική εξόρμηση. Ο ιστορικός Κριτόβουλος αναφέρει ότι ο Σουλτάνος κάλεσε το απόγευμα στη σκηνή του τους υπουργούς και στρατηγούς του και υπενθύμισε τα πλούτη που περιείχε η Πόλη και τα λάφυρα που σε λίγο θα ήταν δικά τους. Τόνισε ότι επί αιώνες είχαν ιερό πόθο να κυριέψουν την Πόλη, ότι οι Χριστιανοί ήταν λίγοι και εξαντλημένοι χωρίς εξωτερική βοήθεια.

Μεγάλη λειτουργία τη νύχτα στην Αγία Σοφία. Οι υπερασπιστές της Πόλης και ο Αυτοκράτορας μεταλαμβάνουν των αχράντων μυστήριων. Έπειτα ο Παλαιολόγος καβάλα στην αραβική φοράδα του γύρισε στο παλάτι στις Βλαχέρνες, ζήτησε συγχώρεση από τους ανθρώπους του και συνοδευόμενος από τον πιστό του Φραντζή περιήλθε τα χερσαία τείχη και διαπίστωσε ότι οι πύλες του εσωτερικού τείχους ήταν κλειστές. Κατόπιν ο Αυτοκράτορας είπε στον Φραντζή να φύγει και δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ. Η μάχη άρχισε.

29 Μαίου (Τρίτη). Κατά τη μια και μισή το πρωί ο Σουλτάνος έκρινε ότι όλα ήταν έτοιμα και έδωσε τη διαταγή της εφόδου. Ο ξαφνικός θόρυβος ήταν τρομακτικός. Σε όλη τη γραμμή των τειχών οι Τούρκοι όρμησαν με κραυγές, τύμπανα και σάλπιγγες.

Οι Χριστιανοί υπερασπιστές της Βασιλεύουσας περίμεναν στις θέσεις τους και όταν δόθηκε το σύνθημα του συναγερμού, άρχισαν να κτυπούν οι καμπάνες των εκκλησιών, ενώ έσπευδαν γυναίκες μεταξύ αυτών και καλόγριες στα τείχη να βοηθήσουν στη μεταφορά υλικών για την ενίσχυση των οχυρωμάτων.

Οι γέροντες και τα παιδιά συνέρεαν στις εκκλησίες, πιστεύοντας στην προστασία των Αγίων και αγγέλων. Πλήθη πιστών, παραμερίζοντας την πίκρα από την ασέβεια στο ναό των Λατίνων και των εζωμοτών, εισήρχοντο στην Αγία Σοφία. Ιερείς που θεωρούσαν την ένωση με τη Ρώμη ως θανάσιμο αμάρτημα, προσήλθαν στο ιερό για να λειτουργήσουν μαζί με τους Ενετούς. Ο καρδινάλιος ήταν εκεί και πλάι του επίσκοποι που δεν είχαν αναγνωρίσει ποτέ την εξουσία του. Όλες τις σκοτεινές ώρες πριν από την αυγή τα εκκλησιάσματα περίμεναν και προσεύχονταν στην Υπέρμαχο Στρατηγό, την Παναγία.

Η επίθεση των Βαζιβουζούκων εκδηλώθηκε σε όλο το μέτωπο με ισχυρότερη πίεση στην κοιλάδα του Λύκου, ύστερο από δίωρο όμως αγώνα ο σουλτάνος διέταξε να αποσυρθούν αφού κούρασαν τους Χριστιανούς υπερασπιστές των τειχών.

Μόλις πρόλαβαν να ανασυγκροτήσουν οι Χριστιανοί τις γραμμές τους δέχονται επίθεση από συντάγματα Τούρκων της Μικράς Ασίας, καλά οπλισμένους και πειθαρχημένους που ρίχτηκαν με ορμή πάνω στο φράχτη, ανεβαίνοντας ο ένας πάνω στους ώμους του άλλου για να στηρίξουν τις σκάλες και να ανοίξουν το δρόμο για την κατάληψη της Πόλης.

Μια ώρα περίπου πριν την αυγή, ένα βλήμα από το πυροβόλο του Ουρβανού γκρέμισε μέρος του φράχτη και μια ομάδα από τριακόσιους Ανατολίτες ρίχτηκε μέσα από το ρήγμα, φωνάζοντας ότι η Πόλη ήταν δική τους. Οι Χριστιανοί, με επικεφαλής τον Αυτοκράτορα τους περικύκλωσαν, σκότωσαν αρκετούς και τους υπόλοιπους τους απώθησαν προς την τάφρο.

Η επίθεση ανακόπηκε και τα στρατεύματα γύρισαν πίσω αποθαρρύνοντας τον Ισάκ πασά.

Ο Σουλτάνος, ανήσυχος μήπως διαψευσθούν οι ελπίδες τους, έδωσε διαταγή να επιτεθούν γρήγορα τα στρατεύματα των γενιτσάρων, πριν προλάβουν οι Χριστιανοί να πάρουν αναπνοή και κάνουν πρόχειρες επισκευές στο φράχτη. Ο αγώνας στο φράχτη ήταν τώρα σώμα προς σώμα. Εττί μια ώρα οι σκληροί γενίτσαροι προσπαθούσαν να ανοίξουν δρόμο απέναντι στους ολιγάριθμους εξασθενισμένους Χριστιανούς.

Στη γωνία του τείχους των Βλαχερνών, ακριβώς πριν ενωθεί με το διπλό Θεοδοσιακό τείχος, υπήρχε μια μικρή πύλη εξόδου, γνωστή με το όνομα Κερκόπορτα. Κατά τον αγώνα οι Μποκκιάρντι και οι άνδρες τους τη χρησιμοποίησαν αποτελεσματικά εναντίον των ανδρών του Καρατζά πασά. Τώρα όμως, κάποιος, επιστρέφοντας από μία έξοδο, ξέχασε να την αμπαρώσει και μέσα στη σύγχυση μερικοί Τούρκοι πέρασαν μέσα από αυτή στην αυλή που ήταν πίσω της και άρχισαν να ανεβαίνουν μια σκάλα που οδηγούσε στην κορυφή των τειχών.

Ο Σουλτάνος αντιλήφθηκε τον πανικό και φωνάζοντας «η Πόλη είναι δική μας» διέταξε τους γενίτσαρους να επιτεθούν. Σε λίγο πολλοί γενίτσαροι έφθασαν στο εσωτερικό τείχος και πάνω από την Κερκόπορτα κυμάτιζαν Τούρκικες σημαίες. Τότε ακούστηκε η κραυγή «Η Πόλης εάλω!».

Ήταν λίγο πριν από την ανατολή του ηλίου όταν ένας πυροβολισμός βρήκε στο στήθος του Τζιουστινιάνι ο οποίος παρακάλεσε να το μεταφέρουν μέσα στην Πόλη και από εκεί σε ένα Γενουατικό πλοίο. Μαζί του υποχώρησαν και οι στρατιώτες του και ο Αυτοκράτορας απέμεινε με λίγους Έλληνες στο πεδίο της μάχης μόνος και αβοήθητος.

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κάλπασε προς τα ρήγματα του φράχτη με το δον Φραντζίσκο ντε Τολέντο, το Θεόφιλο Παλαιολόγο και τον Ιωάννη Δαλμέση, πέταξε τα Αυτοκρατορικά εμβλήματα και δεν το ξανάδε κανείς.

Η τελευταία μικρή εστία αντίστασης ήταν οι Κρήτες ναύτες στους τρεις πύργους στην είσοδο του Κερατίου, οι οποίοι νωρίς το απόγευμα παραδόθηκαν με δυσφορία υπό τον όρο να μη θανατωθούν.

Οι σφαγές, οι λεηλασίες και οι καταστροφές στην Πόλη κράτησαν, σύμφωνα με την υπόσχεση του σουλτάνου, τρεις μέρες και τρεις νύχτες.

Διαπιστώσεις – Συμπεράσματα

α. Στις 29 Μαΐου 1453 ένας πολιτισμός σαρώθηκε αμετάκλητα.
β. Για έντεκα αιώνες η Κωνσταντινούπολη απετέλεσε το κέντρο ενός κόσμου φωτός. Έγινε όμως έδρα θηριωδίας, αμάθειας και μεγαλόπρεπης ακαλαισθησίας.
γ. Η Βασιλεύουσα έπεσε στα χέρα των Αγαρηνών, αλλά έπεσε σαν θρυλική ηρωίδα πολεμώντας ηρωικά ως το τέλος τους απίστους, εγκαταλειμμένη από τους Δυτικούς συμμάχους της.
δ. Οι πραγματικοί Έλληνες θεωρούν τη μαύρη Τρίτη «αποφράδα» και αισθάνονται ρίγη εθνικής μνήμης όταν μιλούν για τον τελευταίο Αυτοκράτορα που αβοήθητος πάλεψε με τις ορδές των βαρβάρων.
ε. Η ήττα αυτή της Κωνσταντινούπολης, τόσον αθλία όσο και αξιοθρήνητη, υπήρξε μία μεγάλη νίκη των Τούρκων, μια τρομερή καταστροφή των Ελλήνων, ένα αίσχος των Λατίνων.
στ. Η Κερκόπορτα, ένας κόκκος άμμου, έκρινε την ιστορία του κόσμου.

Επίλογος

Όσοι επιθυμούν να γνωρίσουν με λεπτομέρεια τα της αλώσεως της “Βασιλίδος των Πόλεων” που ονομάσθηκε από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο «το Χάρμα και η Ελπίς του Γένους», δεν έχουν παρά να μελετήσουν το βιβλίο του ΓΕΣ/ΔΕΚ 1983 με τίτλο «Η άλωση της Κωνσταντινουπόλεως» του πλέον έγκυρου και υπεύθυνου μελετητή του Βυζαντίου, του Βρετανού ιστορικού Στήβεν Ράνσιμαν, ο οποίος είπε ..” Τα κτήνη είναι του Θεού. Οι κτηνωδίες είναι των βαρβάρων Aνθρώπων”!!


Διαβάστε ακόμα:
- Η Άλωση της Πόλης του Βλάση Βλασίδη (Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων)
-
Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης μέσα από τις πηγές του Χρήστου Παπαδόπολου
- Αποφράδα Τρίτη από το Δίκτυο 21
-
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και η Άλωση της Κωνσταντινούπολης από την Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας
- Το αφιέρωμα του Καλλίμαχου
-
Constantinople: The Last Great Siege, 1453 του Roger Crowley

Παρασκευή 16 Μαΐου 2008

Ο Αυτοκράτωρ Ιωάννης Βατάτζης και η Ελληνικότητα του Βυζαντίου.

Συντάκτης: Κωνσταντiνος Χολέβας, Πολιτικός Eπιστήμων

Από το Δίκτυο 21

O μήνας Μάϊος είναι συνδεδεμένος μέ τή μνήμη τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί της Βυζαντινῆς Ρωμηοσύνης. Στίς 11 Μαΐου 330 μ.Χ. ἐγκαινιάσθηκε ἡ Βασιλεύουσα ἀπό τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο. Στίς 21 Μαΐου ἑορτάζουμε τή μνήμη τοῦ ἱδρυτοῦ Ἁγίου καί Μεγάλου Κωνσταντίνου καί τῆς μητρός του Ἁγίας Ἑλένης. Καί στίς 29 Μαΐου μνήμην ποιούμεθα τῆς αποφράδος ἐκείνης ἡμέρας τοῦ 1453 ὅταν ἀκούσθηκε ἡ κραυγή «ἑάλω ἡ Πόλη». Σέ πολλούς μελετητές προξενεί ἐντύπωση ἡ ὀνομασία «βασιλεύς Ρωμαίων», τήν ὁποία χρησιμοποιοῦσαν οἱ αὐτοκράτορες τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί η ὁρολογία «Ρωμανία» , τήν ὁποία συναντοῦμε σέ πολλά έγγραφα τῆς ἐποχῆς ὠς ὀνομασία τοῦ κράτους. Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ ὀνομασία «Βυζαντινή Αὐτοκρατορία» εἶναι μεταγενέστερη καί δημιουργήθηκε τό 1562 ἀπό τόν Γερμανό ἱστορικό Ἱερώνυμο Βόλφ. Σήμερα τήν χρησιμοποιοῦμε γιά να γινόμαστε κατανοητοί στούς πολλούς. Ὅμως ἀπό σεβασμό πρός τίς ἱιτορικές πηγές πρέπει νά ἐξηγοῦμε στούς νεωτέρους ὅτι οἱ ὅροι Ρωμαῖος καί Ρωμανία ἀναφέρονται στή Νέα Ρώμη-Κωνσταντινούπολη καί ὄχι στήν Παλαιά Ρώμη. Ἄλλωστε στό βυζαντινο κράτος ἡ παιδεία βασιζόταν στόν Ὅμηρο καί οὐδέποτε ἐδιδάχθη τό λατινικό ἔπος τοῦ Βιργιλίου, ἡ Αἰνειάδα, πού ἀναφέρεται στήν πρεσβυτέρα Ρώμη. Ἡ ἑλληνική συνείδηση ἦταν διαδεδομένη μεταξύ ἀρχόντων καί ἀρχομένων στό βυζαντινό κράτος ἰδίως μετά τόν 7ο αἰῶνα, ἄν καί τό κράτος ἦταν πολυεθνικό καί τό συνδετικό στοιχεῖο ἦταν ἡ Ὀρθοδοξία. Ἀπό τά ὀνόματα Ρωμαῖος καί Ρωμανία προῆλθε καί ὁ ὅρος Ρωμηός, ὁ ὀποῖος στήν νεώτερη ἱστορία μας σημαίνει ὐπό εὐρεῖα ἔννοια κάθε Ὀρθόδοξο καί ὑπό στενή ἔννοια τόν Ἕλληνα.

Γιά νά ξεκαθαρίσουμε τό θέμα της ελληνικής συνειδήσεως τῶν Βυζαντινών Αὐτοκρατόρων, ἰδιατέρως δέ κατά τούς τελευταίους αἰῶνες, καλόν εἶναι νά μελετήσουμε ἕνα ἐκπληκτικό κείμενο ἑλληνορθοδόξου ἀξιοπρεπείας καί πατριωτικῆς παρρησίας γραμμένο ἀπό τόν Αὐτοκράτορα τῆς Νικαίας Ἰωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη καί ἀπευθυνόμενο στόν Πάπα Νικόλαο Θ΄ . Ὅπως γνωρίζουμε μετά τήν Δ΄ Σταυροφορία καί τήν ἐπιβολή τῆς Λατινοκρατίας στόν χῶρο τοῦ Ἑλληνισμοῦ (1204) ἡ αὐτοκρατορία τῆς Νικαίας μέ ἕδρα τή Νίκαια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ὑπῆρξε ἕνα ἀπό τά ἐλεύθερα ἑλληνικά κράτη ἀπʼ ὅπου προῆλθε καί ἡ ἐκδίωξη τῶν Φράγκων ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη τό 1261. Ὁ Ἰωάννης Βατάτζης βασίλευσε ἀπό τό 1222 ἕως τό 1254 διαδεχόμενος τόν πεθερό του Θεόδωρο Λάσκαρι, τόν ποιητή τοῦ Μεγάλου Παρακλητικοῦ Κανόνος πρός τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον. Ὁ Ἰωάννης Βατάτζης γεννήθηκε τό 1193 στό Διδυμότειχο τῆς Θράκης καί σήμερα τιμᾶται ἀπό τήν Ἱερά Μητρόπολη Διδυμοτείχου καί Ὀρεστιἀδος ὡς τοπικός Ἅγιος (4 Νοεμβρίου, ἡμέρα τοῦ θανάτου του τό 1254). Λόγῳ τῆς βαθυτάτης πίστεώς του καί τῆς φιλανθρώπου καί ἐλεήμονος πολιτείας του κατετάγη μετά τήν κοίμησή του στό ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας καί ὀνομάσθηκε Ἅγιος Ἰωάννης Βατάτζης ὁ Ἐλεήμων. Ὡς Αὐτοκράτωρ τῆς Νικαίας ὁ Ἰωάννης Βατάτζης ἐργάσθηκε γιά τήν ἀνακατάληψη τῶν ἑλληνικῶν ἐδαφῶν καί πολέμησε κατά τῶν Φράγκων Σταυροφόρων καί κατά τῶν Τούρκων τοῦ Ἰκονίου. Καλλιέργησε τήν μελέτη τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων, εἶχε δέ καί ὁ ἴδιος στερεά κλασσική παιδεία καί ἐλληνική συνείδηση.

Τό συγκλονιστικό κείμενο, τό οποίο διαφωτίζει τήν ἑλληνική καί ορθόδοξη συνείδηση τῶν «Ρωμαίων βασιλέων», διασώζει ὁ ἀείμνηστος καθηγητής της Ἱστορίας Ἀπόστολος Βακαλόπουλος (1) καί ἔχει τίτλο «Τοῦ αοιδίμου βασιλέως κυροῦ Ἰωάννου τοῦ Δούκα πρός τόν τε (γράφε ἴσως τόν τότε) Πάπαν Γρηγόριον». Ὁ Βακαλόπουλος γράφει στόν Πρόλογό του: «Ἡ παρατιθέμενη επιστολή τοῦ Ἰωάννου Γ΄ Βατάτζη (1222-1254) πρός τόν πάπα Γρηγόριο Θ΄ (1227-1241) εἶναι πολύ χαρακτηριστική γιά τίς ἰδέες πού επικρατοῦν στούς βασιλεῖς τῆς Νίκαιας μετά τό 1204. Ἔντονη εἶναι ἡ ελληνολατρία καί ἡ ἐθνική ἑλληνική συνείδησή τους, πού βαθμιαῖα ταυτίζεται μέ τήν Ὀρθοδοξία. .... Ἐδῶ παρατηροῦμε καθαρά πῶς γεννιοῦνται καί δροῦν οἰ πολιτικές ἐκεῖνες ἀντιλήψεις, πού ἀποβλέπουν στήν ἀπελευθέρωση τῶν σκλαβωμένων ἑλληνικῶν χωρῶν, καί οἱ ὁποῖες προσαρμοσμένες ἐπιζοῦν ἐπί Τουρκοκρατίας μέσα σέ νέες συνθῆκες. Καί τελικά πῶς διαμορφώνουν τό περιεχόμενο τῆς λεγόμενης Μεγάλης Ἰδέας».

Τό κείμενο ξεκινά μέ τήν ἔκπληξη τοῦ Βατάτζη πῶς τόλμησε ὁ Πάπας νά του ζητήσει νά παύσει νά διεκδικεῖ τήν Κωνσταντινούπολη ἀπό τόν Φράγκο ἡγεμόνα , ὁ ὁποῖος τήν κατέχει ἀπό τό 1204. Γράφει μέ ἑλληνική αξιοπρέπεια καί διπλωματική εἰρωνεία ὁ Βατάτζης, ἀφοῦ προσδιορίσει στή αρχή ποιός εἶναι ὁ γράφων: «Ἰωάννης ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ πιστός βασιλεύς καί αὐτοκράτωρ Ρωμαίων ὁ Δούκας τῷ ἁγιωτάτῳ πάπᾳ τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης Γρηγορίῳ σωτηρίας καί εὐχῶν αἴτησιν». Ἀποδίδουμε στήν νεοελληνική ὁρισμένα ἀπό τά κυριώτερα σημεῖα τῆς ἐπιστολῆς: «Ἐγώ ὡς βασιλεύς θεωρῶ ἄτοπα τά ὅσα μοῦ γράφεις καί δέν ἤθελα νά πιστεύσω ὅτι εἶναι δικό σου τό γράμμα, ἀλλά ἀποτέλεσμα τῆς ἀπελπισίας κάποιου πού βρίσκεται κοντά σου, καί ὁ ὁποῖος ἔχει τήν ψυχή του γεμάτη κακότητα καί αὐθάδεια. Ἡ ἁγιότητά σου κοσμεῖται ἀπό φρόνηση καί διαφέρει ἀπό τούς πολλούς ὡς πρός τήν σωστή κρίση. Γιʼ αὐτό δυσκολεύθηκα πολύ νά πιστεύσω ὅτι εἶναι δικό σου τό γράμμα ἄν καί ἔχει σταλεῖ πρός ἐμέ.» Ἀξίζει νά θαυμάσουμε τήν ἔλλειψη δουλικότητος τοῦ Βατάτζη πρός τόν Πάπα ἄν καί τήν ἐποχή ἐκείνη οἱ Ἔλληνες τῆς Νικαίας ήσαν οἱ ἀδύναμοι καί ὁ Πάπας ἦταν ἡ ὑπερδύναμη τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν.

Καί συνεχίζει ο Ιωάννης Βατάτζης διατρανώνοντας τήν εθνική συνείδησή του: «Γράφεις στό γράμμα σου ότι στό δικό μας γένος των Ελλήνων η σοφία βασιλεύει...... οτι, λοιπόν, από τό δικό μας γένος άνθησε ἡ σοφία καί τά αγαθά της καί διεδόθησαν στούς ἄλλους λαούς, αὐτό εἶναι αληθινό. Ἀλλά πῶς συμβαίνει νά ἀγνοεῖς, ἤ ἄν δέν τό ἀγνοεῖς πῶς καί τό απεσιώπησες, ὅτι μαζί μέ τήν βασιλεύουσα Πόλη καί ἡ βασιλεία σέ αὐτόν τόν κόσμο κληροδοτήθηκε στό δικό μας γένος ἀπό τόν Μέγα Κωνσταντῖνο, ὁ ὁποῖος ἐδέχθη τήν κληση ἀπό τόν Χριστό καί κυβέρνησε μέ σεμνότητα καί τιμιότητα; Ὑπάρχει μήπως κανείς πού ἀγνοεῖ ὅτι ἡ κληρονομιά τῆς δικῆς του διαδοχῆς (σ.σ. τοῦ Μ. Κωνσταντίνου) πέρασε στό δικό μας γένος καί ἐμεῖς εἴμαστε οἱ κληρονόμοι καί διάδοχοί του; Ἀπαιτεῖς νά μήν ἀγνοοῦμε τά προνόμιά σου. Καί ἐμεῖς ἔχουμε τήν ἀντίστοιχη ἀπαίτηση νά δεῖς καί νά ἀναγνωρίσεις τό δίκαιό μας ὅσον ἀφορᾶ τήν ἐξουσία μας στό κράτος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τό ὁποῖο ἀρχίζει ἀπό τῶν χρόνων τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καί ...... ἔζησε ἐπί χίλια χρόνια ὥστε ἔφθασε μέχρι καί τήν δική μας βασιλεία. Οἱ γενάρχες τῆς βασιλείας μου, ἀπό τίς οίκογένειες τῶν Δουκῶν καί τῶν Κομνηνῶν, γιά νά μήν ἀναφέρω τους ἄλλους, κατάγονται ἀπό ἑλληνικά γένη. Αὐτοί λοιπόν οἱ ὁμοεθνεῖς μου ἐπί πολλούς αἰῶνες κατεῖχαν τήν ἐξουσία στήν Κωνσταντινούπολη. Καί αὐτούς ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης καί οἱ προϊστάμενοί της τούς ἀποκαλοῦσαν Αὐτοκράτορες Ρωμαίων....... Διαβεβαιοῦμε δέ τήν ἁγιότητά σου καί ὅλους τούς Χριστιανούς ὅτι οὐδέποτε θά παύσουμε νά ἀγωνιζόμαστε καί νά πολεμοῦμε κατά τῶν κατακτητῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Θά ἀσεβούσαμε καί πρός τούς νόμους τῆς φύσεως καί πρός τούς θεσμούς τῆς πατρίδος καί πρός τούς τάφους τῶν πατέρων μας καί πρός τούς ἱερούς ναούς τοῦ Θεοῦ , ἐάν δέν ἀγωνιζόμασταν γιʼ αὐτά μέ ὅλη μας τήν δύναμη...... Ἔχουμε μαζί μας τόν δίκαιο Θεό, ὁ ὁποῖος βοηθεῖ τούς ἀδικουμένους καί ἀντιτάσσεται στούς ἀδικοῦντας.....»

Ενας «βασιλεύς Ρωμαίων», ο Ιωάννης Βατάτζης μας άφησε ένα εξαιρετικό γραπτό μνημεῖο ελληνορθόδοξης αὐτοσυνειδησίας. Τέτοια κείμενα ἀξίζει νά διδάσκουμε στούς νέους μας. Αἰωνία ἡ μνήμη τοῦ εὐλαβοῦς Χριστιανοῦ καί πατριώτου Ἁγίου Ἰωάννου Γ΄Δούκα Βατάτζη.

(1) Βακαλοπούλου, Πηγές Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού, Α΄ τόμος, Θεσσαλονίκη 1965, σελ. 50-53.

Τρίτη 13 Μαΐου 2008

11 Μαΐου 330 μ.Χ.: Εγκαίνια της Βασιλεύουσας του Γένους μας

Διαβάζουμε το αφιέρωμα του Καλλίμαχου για τα Εγκαίνια της Βασιλεύουσας...

11 Μαΐου 330 μ.Χ.: Eγκαίνια της Κωνσταντινουπόλεως από το Μέγα Κωνσταντίνο.
Η Βασιλεύουσα Πόλις επί 1100 χρόνια παρέμεινε ο προμαχών του Γένους μας.

Κώστας Χατζηαντωνίου, «Εθνικισμός και Ελληνικότητα»
(Εκδ. «Πορθμός», 2003, σελ. 216-224)

Ελληνισμός και Αυτοκρατορία

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είναι μια μυθική χώρα της λαϊκής συνείδησης. Εκεί είναι οι απαρχές του Νέου Ελληνισμού. Εκεί ανασαίνουν οι πατέρες μας. Ξένοι προς αρχαιολατρικές μονομέρειες και διεθνικές ιδεοληψίες, την αυτοκρατορία αυτή οι Έλληνες την αγάπησαν όσο τίποτε άλλο. Δομέστικοι και πατρικίες, ακρίτες και βασιλείς γοήτευσαν τη λαϊκή παράδοση, τη μήτρα του εθνικού μας πολιτισμού. Το αντίκρυσμα της κατεχόμενης Πόλης είναι τραύμα ανεπούλωτο. Όσο και αν η γνώση και ο χρόνος γκρέμισαν τις ιδανικές φωνές, τους αγαπημένους μύθους, κάθε Έλληνα τον πιάνει απέραντη θλίψη όταν σταθεί μονάχος απέναντι στην Πόλη, την Αγιά-Σοφιά, στα νερά που χρυσίζει η μνήμη, στις πέτρες που φωτίζουν το σκοτάδι. Η Μεγάλη Εκκλησιά έγινε ο Τόπος του ελληνικού πνεύματος. Ο «ένδοξός μας βυζαντινισμός» δεν λησμονιέται κι ας στέκει για πολλούς εκείνη η αυτοκρατορία «σημείον αντιλεγόμενον», προκαλώντας τον ρασιοναλισμό, την αμφιβολία και τον δυτικισμό.

Η απελευθέρωση των Ελλήνων από τη ρωμαιοκρατία υπήρξε δώρο της Πρόνοιας αλλά και έμπνευση της εθνικής ψυχής που διέβλεψε στη χριστιανική αποκάλυψη την οδό προς την Απελευθέρωση. Γι' αυτό και οι χιλιάδες Έλληνες Χριστιανοί μάρτυρες είναι συνάμα και εθνομάρτυρες. Μέσα από την Εκκλησία οι Έλληνες (που έγιναν χριστιανοί ελεύθερα, χωρίς πίεση από καμιά εξουσία -το αντίθετο μάλιστα επί τρεις αιώνες- πολύ πριν τον Δ' αι. οπότε η Εκκλησία αποκτά εξουσία) ξαναμπαίνουν δυναμικά στο προσκήνιο της Ιστορίας και μάλιστα ως πρωταγωνιστές. Δεν εγράφη ωραιότερο σχήμα περιγραφής της αναγεννητικής ορμής του Ελληνισμού από αυτό του Μεγάλου Φωτίου: «Κλάδος ευθαλής καρπούς ωραίους ενεγκών, περιήρηται. Αλλ' η ρίζα μένει, οίσει πάλιν ουκ ελάττονα. Απήλθεν η καλή και θαυμάσια εικών. Αλλ' ο Γραφεύς έτι την χείρα κινεί...».

Ο αρχαίος ελληνισμός παρήκμασε και υποδουλώθηκε πολύ πριν την εμφάνιση του χριστιανισμού. Χρωστάμε την αναγέννησή μας στην Εκκλησία του Χριστού είτε πιστεύουμε σε αυτήν είτε όχι. Αποτελεί τεκμήριο προσωπικής εντιμότητας, ιστορικής αλήθειας και εθνικής υποχρέωσης να το αναγνωρίσουμε. Ανήρπασε τους Έλληνες από τη γραικυλική κατάντια της ρωμαιοκρατίας και τους κατέστησε πηδαλιούχους μιας αυτοκρατορίας. Έξοχα το συνέλαβε ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος τον 19ο αιώνα αγωνιζόμενος κατά των αρχαιολατρών που αντιμάχονταν το εκκλησιαστικό γεγονός και τη βυζαντινή παράδοση. «Αι πηγαί της νεοελληνικής εθνότητος», έγραφε, «υποβλύζουν υπόγειοι και αδιόρατοι εξ αυτής της θείας ενανθρωπήσεως. Αναπηδώσιν εις την επιφάνειαν της γης επί Κωνσταντίνου και Θεοδοσίου. Ζητούσι τον ευθύτερον και συμφορώτερον δρόμον επί Λέοντος του Θρακός άχρι Λέοντος του Ισαύρου και δεν ορμώσιν ακατάσχετοι πλέον ή εις τας ημέρας Βασιλείου του Μακεδόνος και των διαδόχων του, ιθυτενώς έκτοτε προς την σύγχρονον Παλιγγενεσίαν μας ευθυπορούσαι.» (Βυζαντιναί Μελέται, σ. 63, Αθήναι 1867).

Ποιητικότατα αλλά ακριβέστατα ο Ζαμπέλιος διέβλεπε «πνεύμα Κυρίου που ήλθεν επί την Ελλάδα» και «δύναμιν Υψίστου που επεσκίασεν αυτήν». Η αρχαία Ελλάδα, συνέχιζε ο μέγας ιστορικός μας, «συνθάπτεται τω Χριστώ» για να νικήσει διά του θανάτου τον θάνατο: «Συνθήκη κοσμοσωτήριος Ελλάδος και Χριστιανισμού, θεοκέλευστος συζυγία, το μέλλον αμφοτέρων εις τους αιώνας εξασφαλίζουσα! Η μεν Ελλάς παρέχει επ' αγαθώ της Οικουμένης τω Χριστιανισμώ παιδείαν, γλώσσαν, ευφυΐαν, καρτερίαν ακλόνητον εις βασανιστήρια. Προσφέρει θυσίαν αιματηράν τε και αναίμακτον. Ο δε Σωτήρ του κόσμου τίθησι εις τον δάκτυλον της μνηστής τον αρραβώνα της σωτηρίας (...) Θαύμα ξένον και όντως εκπληκτικόν! Διαλύεται εν σιγή η ενδοξοτέρα των εθνοτήτων της αρχαιότητος, το καύχημα των αιώνων αποσυντίθεται εν σκιά θυσιαστηρίου (...) Ο ανακαινιζόμενος Ελληνισμός πλεονεκτεί του πρεσβυτέρου προς συναίσθησιν εαυτού και προς πνευματικήν διαστολήν, άρα υπερτερεί και κατ' εθνικήν συνάφειαν (...) Πότε ανακύπτει ο Ελληνισμός των εμφυλίων ερίδων κεκαθαρισμένος; Πότε ει μη κατά τον μεσαίωνα, αναφαίνεται ακέραιος, ολομελής, απαραχάρακτος, καθάπερ σκεύος εξ αμιγούς φυράματος κατασκευασθέν;» (Βυζαντιναί Μελέται, σ. 43-45).

Διαφυλάσσοντας την ορθόδοξη πίστη και παράδοσή του ο Ελληνισμός διασώζει την πνευματική του αυτοτέλεια τόσο έναντι της ασιατικής Ανατολής όσο και έναντι της λατινικής Δύσης. Το άγιο βάπτισμα συχνότατα συνιστά και πράξη εξελληνισμού ενώ το συμβολο της Πίστεως διασώζει γένος και πίστη συνάμα. Διά της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν διασώθηκε απλώς η γλώσσα του έθνους -και η γλώσσα δεν είναι όργανο επικοινωνίας αλλά τρόπος σκέψεως, μέσο συνειδητοποίησης του προσώπου, εμπειρία της ζωής του, έκβαση ιστορική και διακεκριμένη πρόσληψη της πραγματικότητας. Διά της Ορθόδοξης Εκκλησίας υποτάχθηκε στην ελληνική ηγεμονία η ρωμαϊκή βούληση, διακόπηκαν οι βαρβαρικές διαβρώσεις, διαμορφώθηκε (επί Φωτίου και Κηρουλάριου) το Νεοελληνικό Εγώ, υπονομεύθηκε η σταυροφορική και λατινική κατάκτηση, αποσπάστηκαν από τον Μωάμεθ τα σωτήρια για το έθνος προνόμια.

Η χριστιανική ελληνορωμαϊκή αυτοκρατορία (που οι Φράγκοι κατακτητές της Δύσης ονόμασαν «Βυζάντιο» αφ' ενός για να μην την αναγνωρίζουν ως τη μόνη νόμιμη διάδοχο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και αφ' ετέρου διότι η ονομασία «ελληνική μεσαιωνική» θα υπενθύμιζε τα νόμιμα δικαιώματα του νεοελληνικού κράτους) αποτέλεσε το μεσαιωνικό σχήμα του ελληνικού έθνους που ως κίνημα παιδείας και πολιτισμού ίσταται υπεράνω φυλετικών αποκλειστικοτήτων. Αλλά δεν αποτέλεσε απλώς τη μεσαιωνική αυτοκρατορία του χριστιανικού Ελληνισμού. Οριοθέτησε την εθνική μας συγκρότηση την οποία χρωστούμε στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Διότι «κύρος και σφραγίς Θεότητος εντετύπωται τη παρελθούση και τη μελλούση ημών Πολιτεία, τύπος ζώντος Θεού, σφραγίς και αποστολή σωτηρίας ανεξαλείπτως ενεχαράχθησαν επί του βίου μας» (Ζαμπέλιος, ό. π., σ. 61).

Χωρίς φυλετικές προκαταλήψεις, οι Βυζαντινοί είχαν πάντοτε συνείδηση του ελληνικού τους παρελθόντος. Η ελληνικότητά τους δεν ήταν μουσειακή. Ήταν ζώσα και δυναμική. Παρά ταύτα, συχνά, ειδικά στις πρώτες δεκαετίες του νεοελληνικού κράτους αλλά και ως τις μέρες μας επανέρχεται λόγος αμφισβήτησης αυτής της ελληνικότητας. Ένα ετερόκλητο μέτωπο διαφωτιστών και υπερορθοδόξων, αριστερών και φιλελεύθερων, παγανιστών και οικουμενιστών ομιλεί περί πολυεθνικής αυτοκρατορίας. Το Βυζάντιο ασφαλώς δεν ήταν μια εθνοφυλετική αυτοκρατορία. Αλλά η Ιστορία έχει αποδείξει ότι πίσω από όλες τις πολυεθνικές αυτοκρατορίες ένας εθνικός πολιτισμός κυριαρχεί και επιβάλλει την κυριαρχία του.

Ποιος αμφιβάλλει ότι η ΕΣΣΔ ήταν μια ρωσική αυτοκρατορία, ότι πίσω από την πολυεθνική σοβιετική αυτοκρατορία δέσποζε ο ρωσικός εθνικισμός διά της κομμουνιστικής ιδεολογίας, όπως στο Βυζάντιο ο ελληνισμός διά της ορθόδοξης πίστης συνέχιζε κυριαρχικά την εθνική του πορεία; Όπως ανέρχονταν στον βυζαντινό θρόνο πολλοί μη ελληνικής καταγωγής, έτσι και στο Κρεμλίνο εισέρχονταν πλήθος σοβιετικών μη Ρώσων αξιωματούχων. Αλλά το καίριο είναι ποιαν εθνική πολιτική και ποιον εθνικό πολιτισμό υπηρετούν. Και η βυζαντινή αυτοκρατορία διαπνέονταν από την οικουμενική αντίληψη του ελληνικού εθνισμού και ειδικά από τον πολιτισμό της ελληνιστικής περιόδου. Όταν αρχίζει η παρακμή, όλοι αυτονομούνται, συγκροτούν ξεχωριστά κράτη. Γιατί μένουν μόνοι οι Έλληνες να την υπερασπίζονται; Διότι αυτοί γνωρίζουν καλύτερα από τους σοφούς του καιρού μας ότι είναι η δική τους αυτοκρατορία. Αυτούς ονομάζουν Ρωμαίους, Ρωμιούς. Αυτούς κατηγορούν ως σήμερα Τούρκοι, Βαλκάνιοι και Δυτικοί ότι «επιδιώκουν την ανασύσταση του Βυζαντίου».

Η Κωνσταντινούπολις είναι η πρώτη πρωτεύουσα του έθνους -η πρώτη καθολικά αποδεκτή μετά από χιλιετίες πολλών ελληνικών κέντρων. Και είναι συνάμα η πρωτεύουσα του ελληνικού οικουμενισμού. Κληρονόμος των ελληνικών και ρωμαϊκών πολιτικών παραδόσεων, μοναδικό κέντρο της Εκκλησίας του Χριστού μετά την αποστασία του παπισμού, αποτελεί εσχατολογικό σύμβολο ενότητας του κόσμου καθώς αποτελεί εν ταυτώ νέα Ρώμη, νέα Ιερουσαλήμ και νέα Αθήνα. Συνθέτει δηλαδή τα κέντρα των τριών μεγάλων πολιτιστικών κύκλων του κόσμου. Το γεγονός αποδεικνύει την ποιοτική σημασία αυτής της περιόδου της εθνικής μας ιστορίας. Στο σταυροδρόμι Ευρώπης και Ασίας, Δύσης και Ανατολής, η Πόλη (όπως την ονόμασαν οι Έλληνες για να υπογραμμίζουν τη μοναδικότητά της αλλά και να τη συνδέσουν με την ιερή μνήμη της λέξεως αυτής στη συλλογική συνείδηση) εκφράζει την εθνική ιδιοσυστασία και την πολιτισμική αποστολή όχι μόνο του μεσαιωνικού αλλά και του νέου Ελληνισμού. Η τριαδική συγκρότηση της νεοελληνικής ψυχής (ελληνική, ρωμέικη, χριστιανική) έχει αφετηρία την πολιτική αναβίωση του έθνους, χάρη στην είσοδό του στην καινή κτίση του Χριστού και τέρμα το τέλος της Ιστορίας. Μεσολαβούν η χαίνουσα πληγή της 29ης Μαΐου 1453 και η εκκρεμής ενώπιον του Πνεύματος θεραπεία.

Ο μεσαιωνικός ελληνισμός, η Ρωμηοσύνη, είναι ο μητρικός μας χώρος. Η αυτοκρατορία που από χριστιανορωμαϊκή, εξελίχθηκε σε χριστιανική ελληνορωμαϊκή και κατέληξε σε ελληνορθόδοξη, εξελληνίστηκε ταχύτατα (δεν αναφερόμαστε ασφαλώς σε μια φυλετική κυριαρχία) και σφράγισε την παγκόσμια ιστορία. Δεν επιθυμούμε να την εξιδανικεύσουμε, αλλά δεν υπήρξε άλλη αυτοκρατορία, άλλη υπερδύναμη, που να πορεύθηκε χίλια εκατόν χρόνια ανάμεσα στο μεγαλείο και την εξαθλίωση, που βυθιζόταν στην αμαρτία λίγο πριν αναδυθεί στην αγιότητα, που έγινε όχημα εκπολιτισμού, εκχριστιανισμού και εξελληνισμού, που αντιστάθηκε σε βαρβάρους και σε σφετεριστές εξ όλων των σημείων του ορίζοντα. Δεν ήταν ένα κράτος όπως τα άλλα. Δεν θεμελιώθηκε από μια τυχαία πολιτική βούληση αλλά από την έξοχη φυσιογνωμία ενός ανθρώπου στον οποίο χρωστούμε την πολιτική αναβίωση του Ελληνισμού.

Η πλήρης επικράτηση του Χριστιανισμού στο ομοιογενές ελληνικό- ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας οδήγησε τον Μέγα Κωνσταντίνο στην αναζήτηση μιας νέας οικουμενικής ταυτότητας. Καθώς η Ρώμη γκρεμίζεται μέρα με την ημέρα («πέθαινε και γελούσε» όπως έγραφε ο Σαλβιανός), ο Μέγας Κωνσταντίνος συλλαμβάνει την ιστορική στιγμή, τολμά και αποφασίζει τη μεγάλη πολιτειακή μετακόμιση. Η ελληνική Ανατολή μπορεί να σώσει την αυτοκρατορία. Ο Κωνσταντίνος αντελήφθη πρώτος μέσα στη ρωμαϊκή γραφειοκρατία πως μόνο ο χριστιανισμός και ο ελληνισμός μπορούσαν να αποκαταστήσουν την ενότητα της αυτοκρατορίας ή έστω να διασώσουν το μείζον επίτευγμα, τη συνείδηση της οικουμενικότητας. Η προσοχή του συνεπώς φυσικό ήταν να στραφεί στην Ανατολή παρότι έτσι εξασθενούσε τη Δύση έναντι των βαρβάρων του βορρά. Αργότερα θα υπήρχαν οι ευκαιρίες, πίστευε, της εδαφικής αποκατάστασης της οικουμενικότητας -και οι εξελίξεις του 5ου αι. με τον Ιουστινιανό τον δικαίωσαν, έστω πρόσκαιρα, πριν τα γερμανικά φύλα σφετεριστούν οριστικά τη ρωμαϊκή κληρονομιά.

Ο εκχριστιανισμός μπορεί να εκπολίτισε αυτά τα φύλα αλλά το μόνιμο αίσθημα μειονεξίας απέναντι στην ελληνική Ανατολή δεν θεραπεύτηκε ποτέ παρότι χωρίς την ελληνοχριστιανική Ανατολή ο ευρωπαϊκός πολιτισμός (για τον οποίο επαίρονται) δεν θα υπήρχε ποτέ. Τα φύλα που κατέκτησαν το δυτικό ρωμαϊκό κράτος τόσο πολύ ένοιωθαν τη βαρβαρότητά τους που αγωνίστηκαν να σφετεριστούν τη ρωμαϊκή κληρονομιά ονομάζοντας την Ανατολή «Βυζάντιο» και επιβάλλοντας τον όρο στη διεθνή ιστορική επιστήμη. Επέβαλαν μάλιστα στη γλώσσα τον όρο «βυζαντινολογώ» για το περιττό και το πομπώδες, τον «βυζαντινισμό» για τις «συνωμοσίες» κ.τ.ό., όρους, που σε απόδειξη ηθικής κατάπτωσης υιοθετήθηκαν και χρησιμοποιούνται από Έλληνες που προσβάλλουν μ' αυτόν τον αρκούντως γελοίο τρόπο τον εαυτό τους και τους πατέρες τους. Κι ας χρωστά τα μέγιστα ο ευρωπαϊκός πολιτισμός στην υπερφυή σύνθεση που συντελέστηκε στην Κωνσταντινούπολη, ελληνικού πολιτισμού, ρωμαϊκής πολιτικής θεωρίας και χριστιανικής πίστης, στη σύνθεση που συνιστά μια οικουμενική ταυτότητα ανεπανάληπτης συγκινησιακής έντασης και διαχρονικού δυναμικού προσανατολισμού.

Στην πόλη που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος για να απελευθερωθεί από την παρηκμασμένη Ρώμη, ένας νέος κόσμος γεννιέται. Επιλέγουμε τη βασιλεία του Κωνσταντίνου ως απαρχή της μεσαιωνικής αυτοκρατορίας διότι απ' αυτήν υπάρχει η ουσιώδης διαφοροποίηση. Η χριστιανική εκκλησία, η ανατολική παράδοση και ο ελληνισμός (χωρίς το όνομά του ακόμη αλλά με την ψυχή και το σώμα του) δίνουν μιαν άλλη ύπαρξη στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Η αυτοκρατορία αυτή ήταν πάντοτε κάρφος στα μάτια της Δύσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πολύς Γίββων, ιστορικός δέσμιος των δυτικών ιμπεριαλιστικών προκαταλήψεων, που θεωρεί την υπερχιλιετή βυζαντινή αυτοκρατορία... απλή παρακμή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αποκαλεί Ρωμαίους τους Βυζαντινούς όποτε νικούν ή φέρονται ευγενώς και Έλληνες αν ηττώνται ή φέρονται δολίως. Η γελοιότητά του φθάνει στο σημείο να αστεΐζεται με τις μοναχές που αρπάζονταν από τους Τούρκους κατά την άλωση, λέγοντας πως «ίσως αι πλείσται επροτίμων τας αγρυπνίας του χαρεμίου παρά τας του μοναστηρίου» (Ζ', σ. 325). Τέτοια επιστημονική ακρίβεια διέπει τη δυτική ιστοριογραφία που διά του Γίββωνος υμνεί τον Ιουλιανό, τον Μωάμεθ, τον Τζέγκις Χαν και ό,τι τέλος πάντων έπληττε την ελληνοχριστιανική αυτοκρατορία. Δεν αντιλέγει κανείς πως η βυζαντινή ιστορία έχει και μελανές σελίδες και στίγματα (απάνθρωπες ποινές, εγκληματικά ήθη, ευνούχοι, δεισιδαιμονίες, ανθελληνικές φάσεις) αλλά αυτά είναι βάρη που η ρωμαϊκή (αρκούντως βαρβαρική) και η ανατολίτικη παράδοση (της ελληνιστικής περιόδου) κληροδότησαν στην αυτοκρατορία.

Το χριστιανικό κράτος της ρωμαϊκής Ανατολής (ο λαός του οποίου το αναγνώριζε πάντα ως «Ρωμανία», ως μια οικουμενική αυτοκρατορία και όχι ως μια αυτοκρατορία της Ανατολής) αναδύθηκε με την translatio imperii από τη Ρώμη στην Πόλη που θεμελίωσε στις 8 Νοεμβρίου 324 ο Κωνσταντίνος επί της αρχαίας πόλεως των Μεγαρέων, του Βυζαντίου. Η ίδρυση της νέας αυτοκρατορίας συντελείται, κατά την πίστη των κατοίκων της, κατά τρόπον υπερβατικό. Χαρακτηριστικό είναι το εξαποστειλάριο του όρθρου της εορτής των βασιλέων και ισαποστόλων της Εκκλησίας Κωνσταντίνου και Ελένης («ουκ εξ ανθρώπων είληφεν το βασίλειον κράτος, αλλ' εκ της θείας χάριτος») αλλά και η αναφορά του ίδιου του Κωνσταντίνου: «Ο Θεός που με έκρινε άξιο να εκπληρώσω τη βούλησή Του, με αναζήτησε και με έθεσε στην υπηρεσία του και εγώ (...) ανταποκρίθηκα στη θεία κλήση, απωθώντας και διασκορπίζοντας, χάρη σε κάποια ανώτερη δύναμη, τα δεινά που κατέχουν τον κόσμο ώστε το ανθρώπινο γένος (...) να επαναχθεί στο σεβασμό του θείου νόμου».

Το όραμα μιας νύχτας του Οκτωβρίου του 312, παραμονή της σύγκρουσης με τον Μαξέντιο έξω από τα τείχη της Ρώμης, αποτέλεσε την κρισιμότερη ώρα της αυτοκρατορίας αλλά και της ζωής του Κωνσταντίνου. Το λάβαρο με το μονόγραμμα του Χριστού που έδωσε τη νίκη στη Μουλβία γέφυρα αποτέλεσε σύμβολο και θεμέλιο όχι μόνο της πεποίθησης του Κωνσταντίνου ότι ήταν όργανο της θείας Πρόνοιας αλλά και συνολικά της βυζαντινής πολιτικής θεωρίας που θεωρεί την αυτοκρατορία επίγειο απείκασμα της Βασιλείας του Θεού. Ο Κωνσταντίνος είναι ο πρώτος χριστιανός βασιλέας της παγκόσμιας ιστορίας και γενικότερα της χριστιανικής μοναρχίας, αυτής της μεγάλης παράδοσης των μέσων αιώνων. Το έργο του, απόρροια όχι μόνο πολιτικού ενστίκτου αλλά και μεταφυσικής πίστης (ο Κωνσταντίνος διακινδύνευε τα πάντα με τη ρήξη του με το κατεστημένο της Ρώμης), υπήρξε μοναδικό. Κατ' αρχήν το διάταγμα των Μεδιολάνων που νομιμοποιεί τον χριστιανισμό και περιγράφει ένα εξαίρετο πρόγραμμα ανεξιθρησκίας που δυστυχώς δεν ακολούθησαν οι διάδοχοι του. Η χριστιανικής εμπνεύσεως μεταρρύθμιση του ποινικού και δημόσιου δικαίου και η διοικητική μεταρρύθμιση συμπληρώνουν το έργο του γενάρχη του χριστιανικού ελληνισμού που υιοθετεί την ελληνική δημοκρατική παράδοση συγκαλώντας Οικουμενική Σύνοδο (Νίκαια 325) για τη λύση των δογματικών διαφωνιών.

Αν οι διάδοχοί του δεν συνέχισαν το κλίμα ανοχής προς τις αιρέσεις, ακόμη και προς τον παγανισμό, που επεδείκνυε ο Κωνσταντίνος, δεν το έπραξαν από θεολογικές επιταγές ή εκκλησιαστική υποκίνηση αλλά από τη μεσαιωνική αντίληψη κρατικής ενότητας που απαιτούσε και τη θρησκευτική ενότητα, από την αντίληψη που θεωρεί την αίρεση πράξη εσχάτης προδοσίας. Το φιλελεύθερο πνεύμα του Κωνσταντίνου αποτυπώνεται έξοχα στα ίδια του τα λόγια: «Ειρηνεύειν σου τον λαόν και αστασίαστον μένει επιθυμώ, υπέρ του κοινού της οικουμένης και του πάντων των ανθρώπων χρησίμου. Ομοίαν τοις πιστεύουσιν οι πλανώμενοι χαίροντες λαμβανέτωσαν ειρήνης τε και ησυχίας απόλαυσιν. Αύτη γαρ η της κοινωνίας επανόρθωσις και προς την ευθείαν αγαγείν οόόν ισχύει. Μηόείς τον έτερον παρενοχλείτω. Έκαστος όπερ η ψυχή βούλεται τούτο και πραττέτω».

Ο ελληνικός πολιτισμός είναι το συμπαγέστερο βάθρο της βυζαντινής ιδεολογίας. Δεν ήταν απλώς μια παράδοση ή μια πνευματική καλλιέργεια που ενσωμάτωσε η ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Υπήρξε μια δύναμη μεταμόρφωσης που ανοικοδόμησε την αυτοκρατορία και διαμόρφωσε τις εξελίξεις στο ανατολικό τμήμα που συνιστούσε ελληνική εθνολογική βάση. Ωστόσο, η χριστιανική αυτοκρατορία που ο Κωνσταντίνος θεμελίωσε δεν θα αποδεχθεί ποτέ τον περιορισμό της στην Ανατολή, η ιδέα της αποκατάστασης του οικουμενικού ρωμαϊκού μεγαλείου είναι άκαμπτη. Μοναδική κληρονόμος του ρωμαϊκού κράτους, η Κωνσταντινούπολη θεωρεί ηθικά απαράδεκτη τη διάρρηξη της οικουμενικής βασιλείας. Ο αυτοκράτορας δεν είναι ασύδοτος, όπως στη Ρώμη, σύντομα ονομάζεται «βασιλεύς» (όπως στην ελληνική παράδοση) και ο θεωρητικός της βυζαντινής μοναρχίας Συνέσιος θα υπενθυμίζει ότι «βασιλέως τρόπος ο νόμος, τυράννου δε ο τρόπος νόμος». Οι δήμοι και κυρίως ο στρατός, ο ένοπλος λαός (οι κατεξοχήν δημοκρατικοί θεσμοί λαϊκής συμμετοχής στη βυζαντινή πολιτική) θα επεμβαίνουν όποτε διαταράσσεται αυτή η αρχή.

Η πάλη κατά των αιρέσεων, η χριστολογική κρίση, η εικονομαχία είναι φάσεις της πάλης του Ελληνισμού κατά του ανατολικού πνεύματος ενώ η σύγκρουση με τη φραγκολατινική Δύση και οι θεολογικές έριδες των τελευταίων αιώνων είναι ουσιαστικά η πάλη κατά του βορείου πνεύματος. Διότι πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η Δύση ουσιαστικά υποδουλώθηκε στο βόρειο πνεύμα και ό,τι καταχρηστικά ονομάζουμε δυτικός πολιτισμός είναι στην πραγματικότητα βόρειο ενώ η Ορθοδοξία αποτελεί έργο του Έλληνος ανθρώπου της χριστιανικής Ανατολής. Η πτώση της Δυτικής Ρωμηοσύνης αλλά και η προέλαση του Ισλάμ στην Ανατολή θα διαμορφώσουν το διμέτωπο αντιστασιακό πνεύμα του Νέου Ελληνισμού, αυθεντικού κληρονόμου των ελληνορωμαϊκών παραδόσεων. Η Ορθοδοξία πέρα από Εκκλησία θα αναδειχθεί σε πνευματικό πλαίσιο του έθνους εντός του οποίου εκφράζεται η εθνική συνείδηση, κτυπά η εθνική καρδιά, διασώζεται ένας κόσμος ενδόξου παρελθόντος και ένας κόσμος λυτρωτικής ελπίδας, ένας κόσμος καθαρός από δυτικές και ανατολικές αιρέσεις που θα αλλοίωναν την εθνική φυσιογνωμία. Γι' αυτό και ο αγώνες των ταπεινών Βυζαντινών υπέρ της Ορθοδοξίας αντικειμενικά ήσαν αγώνες και για τον Ελληνισμό.