Παρασκευή, 11 Απριλίου 2008

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

Ψάχνοντας για τον Ιωάννη Καποδίστρια, τη σχέση του με την Τεκτονική Στοά της Κέρκυρας και την επανάσταση του 1821, βρήκαμε στην ιστοσελίδα της Ελληνικής Πρεσβείας της Μόσχας το παρακάτω εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο (το ίδιο κείμενο, υπογεγραμμένο από το Σπυρίδωνα Χατζάρα βρήκαμε και στο mystica.gr):

Συνήθως λέμε ότι το ψέμα έχει κοντά πόδια και δεν πάει μακριά. Όμως το ψέμα που στηρίζει την επίσημη εκδοχή της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας για το πως οργανώθηκε η Επανάσταση του 1821 κατά του Οθωμανικού ζυγού διαρκεί 172 χρόνια.

Έγινε κάθε προσπάθεια για να αποκρυβεί το γεγονός ότι αυτός που υλοποίησε το όραμα της Απελευθέρωσης της Ελλάδας που σχεδίασε και διηύθυνε την Επανάσταση ήταν ο κόμης Ιωάννης Αντωνίου Καποδίστριας.

Η επίσημη εκδοχή τοποθετεί το 1814 στην Οδησσό την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, (η οποία υποτίθεται ότι οργάνωσε την Επανάσταση του 1821), και αποδίδει την ιδέα της χρήσης μασονικών πρακτικών από την Εταιρεία σ’ έναν μικρέμπορο απ την Πάτμο τον Ξάνθο, που τον θεωρεί συνιδρυτή μαζί με τους Ν. Σκουφά και Αθ. Τσακάλωφ.

Η αλήθεια είναι, ότι η Φιλική Εταιρεία είχε «αόρατη Ανωτάτη Αρχή», όπως ομολογεί ο Ξάνθος. Αυτοί που άρχισαν να κατηχούν άλλους ήταν, ο Νικόλαος Σκουφάς και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ. Ο Ν. Σπηλιάδης γράφει ότι, «ο Σκουφάς κατελθών από την Μόσχα, απόστολος της Μυστικής Εταιρείας των Φιλικών, άρχισε να κατηχεί τους Έλληνες στα μυστήριά της το 1816». Ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, που ήταν μέλος του «Ελληνόγλωσσου Πανδοχείου»[i], (μυστικής οργάνωσης που είχε ιδρυθεί το 1809 στο Παρίσι), το 1814-1815 βρισκόταν στη Βιέννη, απ’ όπου πήγε στη Μόσχα και απ’ εκεί στην Οδησσό. Προηγουμένως είχε πραγματοποιηθεί μια συνάντηση (γνωστή μόνο από τεκτονικά Αρχεία) των Καποδίστρια–Ρώμα–Μαυροκορδάτου στη Ρωσσία.

Από τα επίσημα αρχεία της Φιλικής Εταιρείας προκύπτει ότι ουδείς κατηχήθηκε πριν το 1816 και ότι ο Ξάνθος δεν κατήχησε κανέναν πριν το 1817. Επίσης προκύπτει ότι η Φιλική Εταιρεία δεν απέκτησε ποτέ Εφορία στα Επτάνησα. Ορισμένοι «ιστορικοί» πιστεύουν ότι αυτό έγινε «διά τον φόβο της αγγλικής αστυνομίας», ενώ εκεί ήταν «γενικός έφορος», ο Δ. Ρώμας.

Είναι ενδιαφέρον το πως η επίσημη εκδοχή παραβλέπει τα επίσημα αρχεία.

Η Φιλόγενος Στοά της Κέρκυρας

Η επίσημη εκδοχή για τα γεγονότα που συνδέονται με την αναγέννηση της Ελλάδας γράφθηκε έτσι ώστε να εξυπηρετηθούν οι πολιτικές σκοπιμότητες των δυνάμεων εκείνων που απέκτησαν τον έλεγχο του «ανεξάρτητου» ελληνικού κράτους μετά την δολοφονία του Καποδίστρια, αλλά και η ανάγκη «κάθαρσης» των ελληνόφωνων συνεργατών τους.

Η Επανάσταση του 1821 είναι αποτέλεσμα μιας ενιαίας επαναστατικής διαδικασίας που αρχίζει με το κίνημα του Ρήγα Φεραίου. Η Γαλλική Επανάσταση επηρέασε πρώτα τους Έλληνες της Διασποράς και μέσω του Ρήγα πέρασε στα Βαλκάνια και την Ελλάδα (Ο ελληνομαθής Δοσίθαιος Ομπράντοβιτς που αφύπνισε τη σερβική ιδέα ήταν συνδεδεμένος με το κίνημα του Ρήγα). Μετά την δολοφονία του Ρήγα το 1798 από τους Τούρκους στο Βελιγράδι η φλόγα πέρασε στην ελεύθερη Κέρκυρα και διαδόθηκε μεταξύ των επιφανών τεκτόνων του νησιού.

Στην Κέρκυρα είχε ιδρυθεί 5 771 (1771) Στοά της Μεγάλης Ανατολής που «πήρε φως» από τη Στοά της Βερόνας το 5 782 (1782). Για τη δράση αυτής της Στοάς είναι γνωστά πολύ λίγα και αποσπασματικά. Όταν το 1797 τα Επτάνησα κατελήφθησαν απ’ τους Γάλλους η Στοά της Κέρκυρας επηρεάστηκε από τις Ιακοβίνικες επαναστατικές ιδέες. Το 1799 φαίνεται ότι ξέκοψε από το Τεκτονικό κίνημα και έγινε «Φιλόγενος» Στοά, με στόχο την απελευθέρωση του Γένους[ii]. Ο ρόλος του Αντωνίου Καποδίστρια σ’ αυτήν την εξέλιξη δεν είναι αποδεδειγμένος με έγγραφα. Προκύπτει όμως έμμεσα η ηγετική του παρουσία[iii]. Η επαναστατική Φιλόγενος Στοά και τα μέλη της φαίνεται ότι ήταν η μήτρα της Ελληνικής Επανάστασης. Όταν το 1811 ο κόμης Δ. Ρώμας ανέλαβε σεβάσμιος της Στοάς της Κέρκυρας, την επανένταξε στο διεθνές τεκτονικό κίνημα συνδέοντάς την με την γαλλική Μεγάλη Ανατολή με την ονομασία «Αγαθοεργία - Φιλογένεια». Η διατήρηση του όρου «Φιλογένεια» δείχνει ότι και η «νόμιμη» Στοά συνέχιζε να επιδιώκει τους σκοπούς της «παράνομης». Το 1814 ο Ρώμας συνέδεσε τη Στοά της Επτανήσου με την Αγγλική Στοά και μετέφερε την έδρα της στη Ζάκυνθο.

Το 1797 τα Ιόνια νησιά που ήταν έδαφος της Δημοκρατίας Βενετίας πέρασαν στον έλεγχο των Γάλλων του Ναπολέοντα, όταν αυτοί κατέλαβαν τη Βενετία. Το 1799 Ρωσσία και Τουρκία μαζί πήραν τα νησιά απ’ τους Γάλλους. Υπό την προστασία της Ρωσσίας το 1800 δημιουργήθηκε το πρώτο ανεξάρτητο Ελληνικό Κράτος μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, η Δημοκρατία της Επτανήσου Πολιτείας. Πρώτος Πρόεδρος της Γερουσίας της Δημοκρατίας, που πήρε διασχίζοντας έφιππος την Κωνσταντινούπολη το 1801 το φιρμάνι της αυτονομίας ήταν ο Αντώνιος Καποδίστριας, πατέρας του Ιωάννη. Η Μεγάλη Ιδέα της ανασύνταξης της Μεγάλης Ελλάδας γεννήθηκε εκείνη την εποχή στα Επτάνησα.

Το 1803 με την ψήφιση του «Δημοκρατικού» Συντάγματος που συνέταξε ο Ιωάννης Καποδίστριας, Πρόεδρος της Γερουσίας εξελέγη ο κόμης Θεοτόκης και Γενικός Γραμματέας της Επικράτειας (Καγκελλάριος) ανάλεβε ο Ιωάννης Καποδίστριας σε ηλικεία 27 ετών. Λίγους μήνες μετά ο Θεοτόκης πέθανε και πρακτικά μόνος Κυβερνήτης της Ιονίου Πολιτείας ήταν ο κόμης Ιωάννης, ενώ ο πατέρας του αποσύρθηκε από την ενεργό πολιτική σκηνή.

Το σχέδιο της Επανάστασης

Η επιτυχία της Μεγάλης Επανάστασης του 1821 οφείλεται στο ότι σχεδιάστηκε, με πλήρη γνώση της διεθνούς πολιτικής, με βάση τα στρατηγικά δεδομένα στην περιοχή και στηρίχθηκε αποκλειστικά σε ελληνικές δυνάμεις. Η επιτυχής Ελληνική Επανάσταση – γιατί προϋπήρξαν δεκάδες αποτυχημένες εξεγέρσεις, όπως το κίνημα των αδελφών Ορλώφ το 1769 – χαρακτηριζόταν από ιδιοφυή σχεδιασμό και προσεκτική επιλογή του χρόνου εκδήλωσής της.

Ποιο ήταν το σχέδιο της Επανάστασης;

Η κύρια επαναστατική προσπάθεια έγινε στην Πελοπόννησο. Πριν εκδηλώθηκαν δύο αντιπερισπασμοί. Ο πρώτος στην Ήπειρο, με την επανάσταση του Αλή-Πασά των Ιωαννίνων, που θέλησε να γίνει ανεξάρτητος ηγεμόνας από τον Σουλτάνο, και ο δεύτερος στην Μολδοβλαχία με το κίνημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη το Φεβρουάριο του 1821 (Που σύμφωνα με την επίσημη ιστορία κήρυξε τότε την ελληνική επανάσταση στο Ιάσιο).

Πως λειτούργησαν οι αντιπερισπασμοί; Για να καταβληθεί η επανάσταση του Αλή-Πασά, στάλθηκε ο στρατός της Πελοποννήσου και της Ρούμελης, ενώ οι Αλβανοί είτε πολεμούσαν με τον Αλή είτε με τους Τούρκους. Το κίνημα του Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία προκάλεσε φόβους στην Υψηλή Πύλη για πιθανή ρωσσική στρατιωτική επίθεση, που για τον λόγο αυτό μετέφερε από τη Μακεδονία και τη Θράκη στρατιωτικές δυνάμεις προς τον Δούναβη. Η κύρια επαναστατική προσπάθεια επομένως έγινε εκεί που δεν υπήρχαν αξιόλογες τουρκικές δυνάμεις.

Το πόσο συνδυάζεται μ’ αυτήν την στρατηγική λογική η επίσημη εκδοχή για την οργάνωση της επανάσταση από τρεις απλούς λαϊκούς Έλληνες μετανάστες, είναι ένα αξιοπρόσεκτο ερώτημα.

Ο μόνος Έλληνας που ήταν σε θέση να σχεδιάσει αυτές τις κινήσεις, γιατί γνώριζε τα γεωπολιτικά δεδομένα, τις εξελίξεις στις ρωσσο-τουρκικές σχέσεις και που μπορούσε να επηρεάσει τη διεθνή πολιτική ήταν ο κόμης Ιωάννης Καποδίστριας, Υπουργός επί των Εξωτερικών του Τσάρου Αλεξάνδρου Α’ από το 1815 ως το 1822.

Από την Κέρκυρα στα ανάκτορα του Τσάρου

Ο Καποδίστριας μετά την παράδοση της Επτανήσου από τον Τσάρο στον Ναπολέοντα το 1807 με τη συνθήκη του Τελσίτ προσκλήθηκε στην Αγία Πετρούπολη από τον τότε Υπουργό Εξωτερικών του Τσάρου Ρουμιάντσεφ, με την μεσολάβηση του Ζακυνθινού κόμη Γεωργίου Μοτσενίγου, για να ενταχθεί στη ρωσσική Διπλωματική Υπηρεσία. Έφθασε στην Αγία Πετρούπολη στις 16 Ιανουαρίου 1809. Τοποθετήθηκε ως υπεράριθμος Ακόλουθος και το 1811 διορίστηκε κανονικά στη Ρωσσική Πρεσβεία στη Βιέννη ως Ακόλουθος με αρμοδιότητα τις εμπορικές σχέσεις.

Το 1812 λόγω του συνεχιζόμενου ρωσσο-τουρκικού πολέμου αποσπάστηκε στο Διπλωματικό γραφείο του Αρχιστράτηγου της Στρατιάς του Δούναβη. Εκεί γνωρίστηκε με τον Έλληνα Στρατηγό Κομνηνό και τον Έλληνα διπλωμάτη Ροδοφοινίκη που κατηύθυνε τη σερβική Επανάσταση. Μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου ο Καποδίστριας, αφού φρόντισε να χορηγηθεί άφθονη βοήθεια στους Σέρβους (που εγκαταλείφθηκαν πια μόνοι τους έναντι των Τούρκων), ακολούθησε τον νέο αρχηγό του Στρατού του Δούναβη Ναύαρχο Τσιγαγόφ όταν ανέλαβε αρχιστράτηγος του ρωσσικού στρατού που αντιμετώπιζε τον Ναπολέοντα. Έμεινε στο διπλωματικό Γραφείο του Αρχιστράτηγου μέχρις ότου τον κάλεσε κοντά του ο Τσάρος, ο οποίος εκτίμησε την προσφορά του στο μέτωπο, (ο Καποδίστιρας οργάνωσε το δίκτυο συλλογής και ανταλλαγής πληροφοριών της ρωσσικής στρατιάς), και μετά τη μάχη της Λειψίας (1813), του ανέθεσε την αποστολή για την απόσπαση της Ελβετίας από τη γαλλική κηδεμονία και την αποκατάσταση της Ενότητας της χώρας με την θέσπιση νέου Συντάγματος.

Αφού συνέταξε το Σύνταγμα της Ελβετίας που προέβλεπε την ουδετερότητά της, (ο Καποδίστριας ήταν ο δημιουργός της Ελβετίας), προσκλήθηκε στο Συνέδριο της Βιέννης ως το πιο χαμηλόβαθμο μέλος της ρωσσικής αντιπροσωπείας, διότι ο Τσάρος τον θεωρούσε ικανό να αντιμετωπίσει και εκεί τον Μέττερνιχ όπως τα κατάφερε στην Ελβετία.

Στη διάρκεια του Συνεδρίου ο Καποδίστριας εξελίχθη σε Α’ διπλωματικό σύμβουλο του Τσάρου και τέλος σε Υπουργό επί των Εξωτερικών. Ο τυπικός διορισμός του, εκδόθηκε το 1815.

Ο Καποδίστριας λοιπόν θα μπορούσε να οργανώσει την Επανάσταση. Τί μας πείθει ότι το έκανε;

Η φλόγα της Επανάστασης

Οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι δεν άλλαξαν μόνο το ευρωπαϊκό πολιτικό σκηνικό, αλλά προκάλεσαν έντονες ανακατατάξεις και στα κατεχόμενα από τους Οθωμανούς Βαλκάνια. Η ρωσσο-τουρκική συνεργασία στα Επτάνησα κράτησε πολύ λίγο. Ο Ναπολέων κατευθυνόμενος στην Αίγυπτο εξασφάλισε την φιλία της Τουρκίας την οποία σκόπευε να χρησιμοποιήσει και ως δύναμη αντιπερισπασμού των δυνάμεων της Ρωσσίας.

Η ρωσσική διπλωματία απαντώντας, προκάλεσε την Σερβική Επανάσταση του 1803, ενώ ακολουθώντας γαλλικές συμβουλές η Τουρκία επετέθη στους πιθανούς Έλληνες επαναστάτες, (επιχειρήσεις του Αλή Πασά κατά των Σουλιωτών 1803-1804 και σφαγή των Καπεταναίων της Πελοποννήσου κατά τη διάρκεια της οποίας εξοντώθηκαν οι περισσότεροι Κολοκοτρωναίοι, ενώ ο Θεόδωρος σώθηκε στη Ζάκυνθο με την βοήθεια των Μούρτζινων της Μάνης).

Το 1806 άρχισε ο αναμενόμενος – μετά την ήττα των Ρώσσων στο Αουστερλιτς – ρώσσο-τουρκικός πόλεμος. Στα πλαίσιά του οι Τούρκοι, (ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων) με τη βοήθεια του Ναπολέοντα (διάθεση πυροβολικού) επιτέθηκαν στη Λευκάδα (Αγία Μαύρα).

Η Ιόνιος Γερουσία έστειλε ως γενικό επίτροπο της Λευκάδας τον «Καγκελλάριο» Ιωάννη Καποδίστρια που οργάνωσε μαζί με τον Έλληνα Στρατηγό του ρωσσικού στρατού Παπαδόπουλο τον πρώτο πραγματικό ελληνικό στρατό προσλαμβάνοντας όχι μόνο τους Σουλιώτες αλλά και τους Πελοποννήσιους και τους Ρουμελιώτες Καπεταναίους. Στα νώτα του Αλή δημιούργησε αντιπερισπασμούς συντονίζοντας τις επιθέσεις του Κατσαντώνη, του Ίσκου και άλλων. Για ενίσχυση της Α’ Επανάστασης των Σέρβων (1803-1808) ο Νίκος Τσάρας πραγματοποίησε την μυθική προέλασή του από τον Όλυμπο προς τη Σερβία σε συνεννόηση με τον Ρώσσο Ναύαρχο στο Αιγαίο Σινιάβιν.

Στη Λευκάδα ο Καποδίστριας γνωρίστηκε με τον Μητροπολίτη Άρτας – αργότερα Ουγγροβλαχίας – Ιγνάτιο, πνευματικό πατέρα των Σουλιωτών (ο οποίος θα παραμείνει φίλος και συνεργάτης του ως τον θάνατό του) και τον Κολοκοτρώνη στον οποίο ανέθεσε πειρατικές επιδρομές με πλοία στο Αιγαίο.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας που ασφαλώς ήταν μέτοχος της Μεγάλης Ιδέας για την αναγέννηση της Ελλάδας, στη συγκέντρωση των Καπεταναίων στην παραλία του Μαγεμένου της Λευκάδας, μετά την απόκρουση της επίθεσης του Αλή-Πασά (1807) τους είπε: «Συντόμως η Πατρίς θα σας ξανακαλέσει για σκοπό πολύ υψηλότερο». Το «συντόμως» άργησε, γιατί ο Τσάρος στη συμφωνία του Τελσίτ παρέδωσε να νησιά στο Ναπολέοντα.

Το 1807 λοιπόν, στα Νησιά ξανάρχονται οι Γάλλοι. Ο Καποδίστριας αποσύρεται. Ο Δ. Ρώμας όμως μαζί με τον Κολοκοτρώνη προτείνουν στον Γάλλο διοικητή των Νησιών τη συγκρότηση στρατιωτικής δύναμης που θα εξοπλιζόταν από τους Γάλλους για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Η Επανάσταση θα ήταν ελληνο-τουρκική. Σύμμαχος του Κολοκοτρώνη ήταν ο Λαλαίος Τούρκος Αλη-Φαρμάκης. Το σχέδιο σταματάει το 1809 όταν καταλαμβάνουν τα νησιά οι Άγγλοι.

Η φλόγα της «Μεγάλης Ιδέας» αναθερμάνθηκε μετά τη νίκη της Ρωσσίας κατά του Ναπολέοντα. Στη διάρκεια του Συνεδρίου της Βιέννης, ο Καποδίστριας συναντιέται με όλους τους επιφανείς Έλληνες που συρρέουν εκεί. (Μητροπολίτης Ιγνάτιος, Άνθιμος Γαζής, Γεώργιος Σταύρου, Ανδρέας Μουστουξίδης, Φίλιππος Χατζής, αδελφοί Μπαλάκη, ο στρατηγός Δούκας που υπηρετούσε στον αυστριακό στρατό, ο Ιωάννης Μαυρογένης, πρόξενος της Τουρκίας στη Βιέννη και άλλοι μεταξύ των ο Αθ. Τσακάλωφ). Άλλωστε ο Καποδίστριας φρόντισε να γνωριστεί με την ελληνική κοινότητα από το 1811.

Η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε στην Βιέννη εκεί που γεννήθηκε το κίνημα του Ρήγα να πάρει σάρκα και οστά το όραμα της ελευθερίας των Ελλήνων.

Η επαναστατική κίνηση

Πρώτη κίνηση του Καποδίστρια στη Βιέννη ήταν η συγκρότηση της Φιλομούσου Εταιρείας στην οποία πέτυχε να εντάξει ως μέλος και τον ίδιο τον Τσάρο. Δημιούργησε έτσι έναν φορέα νόμιμο μέσα απ’ τον οποίο μπορούσαν να δραστηριοποιούνται οι Έλληνες για τον Σκοπό, αλλά και να συλλέγουν χρήματα για τις τεράστιες μελλοντικές ανάγκες του αγώνα σ’ ένα «νόμιμο ταμείο».

Το δεύτερο βήμα ήταν η δημιουργία του «παράνομου μηχανισμού», της Φιλικής Εταιρείας, που θα διοργάνωνε τον στρατό της Επανάστασης. Η αποστολή ανατέθηκε στους Τσακάλωφ και Σκουφά που απευθύνθηκαν στις λαϊκές τάξεις. Η Φιλική Εταιρεία, όπως είπαμε, είχε αόρατη Αρχή, αλλά όχι αρχηγό. Όλων όμως τα βλέμματα ήταν στραμμένα στον Καποδίστρια. Αν πρέπει να Αρχή να αποκτήσει πρόσωπα, αυτά ήταν ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο Δ. Ρώμας, ο Ιγνάτιος και κάτω απ’ αυτούς ο Ανδρέας Μουστοξίδης και ίσως ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος.

Δύο αναγκαίοι φόνοι και μια θυσία

Όταν το επαναστατικό κλίμα ανέβηκε πολύ στην Πελοπόννησο, άρχισαν να φθάνουν απεσταλμένοι προς τον Καποδίστρια. Ο Πετρομπέης Μαυρομιχάλης έστειλε τον Κυριάκο Καμαρινό. Προς αυτόν ο Καποδίστριας είπε – σύμφωνα με τον Σπηλιάδη – ότι, «πρέπει να εξωθηθεί σε Επανάσταση κάποιος Τούρκος και οι Έλληνες να συμμαχήσουν μαζί του, ενώ στη Μάνη να συγκεντρώνονται δυνάμεις σε αναμονή των εξελίξεων». Ο Καμαρινός δεν κατάλαβε το μήνυμα και κατερχόμενος από την Αγία Πετρούπολη προς Οδησσό διέδιδε μόνο αυτά που του είπε ο Καποδίστριας για την αρνητική στάση του Τσάρου Αλεξάνδρου προς τις επαναστάσεις. Ο Καμαρινός εκτελέστηκε πριν πάει στην Πελοπόννησο.

Ένας άλλος τυχοδιώκτης, ο Νικόλαος Γαλάτης (μακρινός ανηψιός του Καποδίστρια), ένας από τους πρώτους που στρατολογήθηκαν από τον Σκουφά, επισκέφθηκε τον Καποδίστρια για να πάρει απ’ αυτόν το «χρίσμα του πρώτου» στην Εταιρεία. Ο Γαλάτης εκτελέστηκε από τον Τσακάλοφ κοντά στις Σπέτσες.

Στο τέλος του 1819 ή τις αρχές του 1820 ο Καποδίστριας δέχθηκε στην Πετρούπολη τον Ξάνθο (η ακριβής ημερομηνία δεν είναι απόλυτα διασταυρωμένη), και του υπέδειξε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη ως ηγέτη της Φιλικής Εταιρείας.

Ο ίδιος ο Υψηλάντης στην επιστολή του λίγο πριν τον θάνατό τους προς τον Τσάρο Νικόλαο Α’ το 1827 γράφει ότι ο Καποδίστριας τον συμβούλευσε και τον παρακίνησε να ξεκινήσει[iv]. Όπως γράφει η Ανίτα Πρασά, «Ο Καποδίστριας θέλησε να χρησιμοποιήσει τον Υψηλάντη, επειδή ήταν στρατηγός του ρωσσικού στρατού και οικείος του Αυτοκράτορα και με την έναρξη των εχθροπραξιών θα επιδεινώνονταν οι σχέσεις Ρωσσίας-Τουρκίας ώστε να μπορέσει ο Καποδίστριας να παρασύρει τον Τσάρο σε πόλεμο με την Τουρκία».

Το 1820 στην Πολωνία ο Καποδίστριας δέχθηκε τον Παναγιώτη Κρεββατά. Αυτός μετέφερε στον Υψηλάντη – που στο μεταξύ είχε αναλάβει επίτροπος της Φιλικής Εταιρείας – το μήνυμα για έναρξη της Επανάστασης από τη Μολδοβλαχία.

Ο Υψηλάντης σε επιστολές του από την Αυστριακή φυλακή όπου εκρατείτο μετά την αποτυχία του κινήματός τού έγραφε ότι συναντήθηκε με τον Καποδίστρια, πριν κηρύξει την Επανάσταση και ότι του εξέθεσε την πρόθεσή του να αρχίσει την εξέγερση από την Μολδοβλαχία, (κυρίως διότι περίμενε βοήθεια από τη Ρωσσία), και ότι ο Καποδίστριας, όπως γράφει ο Υψηλάντης «συμφώνησε μαζί του και τον ενθάρρυνε». (Στα δικά του υπομνήματα στον Τσάρο Νικόλαο και στους πρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων ο Καποδίστριας αναφέρεται στη συνάντηση αυτή και λέει ότι τον απέτρεψε. Και τα δύο κείμενα είναι διπλωματικά κείμενα, που υπηρετούν έναν εν εξελίξει σκοπό και δεν είναι αυτοβιογραφικά – όπως ορισμένοι... πιστεύουν – και γι’ αυτό ο Καποδίστριας γράφει αυτό που συμφέρει και όχι την αλήθεια).

Ο επαναστάτης μοναχός

Ας συνοψίσουμε τί ξέρουμε. Η μεγάλη Ελληνική Επανάσταση συνδέεται άμεσα με το κίνημα του Ρήγα το οποίο συνεχίστηκε από τη Φιλόγενο Στοά της Κέρκυρας. Μετά την δεύτερη κατάληψη της Κέρκυρας από τους Γάλλους ο Ιωάννης έφυγε στη Ρωσσία. Είναι αυτονόητο ότι ο Ιωάννης ανέλαβε το ιερό χρέος ολοκλήρωσης της Μεγάλης Ιδέας. Μόλις πήγε στην Πετρούπολη, έφτασε δίπλα του ο Μητροπολίτης Ιγνάτιος. Ακολουθώντας τους συνωμοτικούς κανόνες – και κατά το πρότυπο των Ναϊτών – ίδρυσε στη Βιέννη τη Φιλόμουσο εταιρεία που ήταν «μετωπική οργάνωση». Στη Βιέννη φαίνεται ότι ανέλαβε και τυπικά το υψηλό του καθήκον, που τον υπέβαλε στο μοναχικό σχήμα. Λίγο μετά συναποφασίζει την ίδρυση του «στρατιωτικού βραχίονα». Της Φιλικής Εταιρείας.

Το ότι περιεβλήθη το μοναχικό σχήμα φαίνεται – όχι μόνο φυσικά από τα μαύρα ρούχα που φόραγε μονίμως – αλλά από την αιφνίδια ανακοίνωσή του στη Ρωξάνη Στρούτζα ότι δεν μπορεί να την παντρευτεί, ενώ όλη η ρωσσική αυλή περίμενε αυτό τον γάμο. Όπως γράφει η καθηγήτρια Ελένη Κούκου, της είπε: «Πρέπει να προσφέρω τον εαυτό μου θυσία στους Αγώνες για την πατρίδα μας, για την Ελλάδα και αυτόν τον δρόμο της θυσίας πρέπει να τον βαδίσω μόνος μου».

Το επαναστατικό κέντρο εγκαταστάθηκε γύρω από τον Καποδίστρια στη Ρωσσία, αφού αυτός ανέλαβε την υλοποίηση του οράματος. Ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ – σύμφωνα με τον Μακρυγιάννη – απέστειλε στον Καποδίστρια τον Έλληνα αξιωματικό του ρωσσικού στρατού Λεονταρίδη, κομιστή όσων μυστικών του Ρήγα διεφύλαττε το Πατριαρχείο. Ο Λεονταρίδης στη συνέχεια έγινε μοναχός και δημιούργησε μοναστήρι στη Μολδαβία που εξελίχθηκε σε κέντρο της επαναστατικής κίνησης. Στη Ρωσσία, η Στοά «Οβίδιος» στο Κισινέφ ήταν το κέντρο της Ελληνικής Επανάστασης. Είναι ενδιαφέρον ότι το Καποδίστριας μεσολάβησε να εξοριστεί ο Πούσκιν στο Κισινέφ και όχι στον Κάυκασο. Εκεί συντάχθηκε – εκ της γαλλικής – το Σύνταγμα της μελλοντικής Ελληνικής Δημοκρατίας.

Ο Καποδίστριας είχε ήδη την εμπειρία του Πρωθυπουργού της Ιονίου Πολιτείας, του Αρχιστράτηγου της Λευκάδας και του επικεφαλής της Αντικατασκοπίας της ρωσσικής Στρατιάς που αντιμετώπισε τον Ναπολέοντα και τη μεγάλη πείρα του Υπουργού Εξωτερικών της Ρωσσίας.

Ξέρουμε ήδη ποιος σκέφθηκε τους δύο αντιπερισπασμούς και ποιος και γιατί επέλεξε την Πελοπόννησο ως κύρια εστία της Επανάστασης. Ξέρουμε και με ποιους μηχανισμούς (Ιγνάτιος, πνευματικός ηγέτης Σουλιωτών) πείστηκαν οι Τζαβελαίοι και οι Μποτσαραίοι να συμπολεμήσουν με τον σφαγέα των Σουλιωτών Αλή-Πασά. Ξέρουμε ακόμα από τα αρχεία της αυστριακής μυστικής αστυνομίας ότι ο Γεώργιος Σταύρου, συνεργάτης του Καποδίστρια, ήταν ο μυστικός εκπρόσωπος του Αλή στη Βιέννη. Αυτό είναι ένα απ’ τα κλειδιά για να καταλάβουμε την Επανάσταση του Αλή-Πασά. Ένα δεύτερο κλειδί είναι οι συμβουλές των Ελλήνων του περιβάλλοντός του, τους οποίους καθοδηγούσε ο Δ. Ρώμας.

Η Μεγάλη Ελλάδα

Το σχέδιο του Καποδίστρια που έχει εκφραστεί στο υπόμνημά τους προς τις Μεγάλες Δυνάμεις ήταν η ελευθερία της Μεγάλης Ελλάδας. (Πελοπόννησος, Ήπειρος, Μακεδονία, Κρήτη, Σμύρνη). Πίστευε ότι θα μπορούσε αξιοποιώντας τη θέση του να πετύχει στα συνέδρια του Τροπάου ή αργότερα της Βερόνας να επιβληθεί η αυτονομία της Ελλάδας με τη βοήθεια του Τσάρου. Όταν κατάλαβε ότι αυτό ήταν αδύνατο, πήγε στη Γενεύη (που του χρώσταγε πολλά) και διηύθυνε απ’ εκεί, σαν πραγματικά μεγάλος ηγέτης της «εξόριστης Κυβέρνησης», τον Αγώνα της Ελλάδας οργανώνοντας και τη διεθνή βοήθεια και το κίνημα του Φιλελληνισμού.

Είναι εκπληκτικό το κείμενό του προς τον Τσάρο Νικόλαο, όπου γράφει ότι πήγε στην Ελβετία «για να τον ξεχάσει ο κόσμος», αλλά «ήρχοντο προς αυτόν ζητούντες βοηθήματα, οι Έλληνες οι εκδιωχθέντες από τους τόπους τους» και μνημονεύει επί τη ευκαιρία τις καταστροφές της Χίου, της Κύπρου, των Κυδωνιών και των Ψαρών.

Όταν η Επανάσταση πέτυχε με διπλωματικά μέσα (Πρωτόκολο του Λονδίνου της 6ης Ιουλίου του 1827 που υπέγραψαν Ρωσσία, Αγγλία και Γαλλία), ο Καποδίστριας ανέλαβε Κυβερνήτης του μικρού Κράτους που δημιουργήθηκε. Σε όλες τις επαναστάσεις του κόσμου, σε όλη την γραπτή ιστορία οι ηγέτες των επαναστατικών κινημάτων, όταν επικρατούν, αναλαμβάνουν τη διοίκηση του κράτους. Μόνο στην επίσημη ελληνική ιστορία γράφεται (από τους συνεργάτες των ξένων), ότι ο κυβερνήτης δεν ήταν και ο αρχηγός της Επανάστασης.

Είναι αξιοπερίεργο ότι, ενώ στο πρωτόκολλο του Λονδίνου υπάρχουν τρεις συμβαλλόμενοι, υπέρ ενός τέταρτου μέρους, (της επαναστατημένης Ελλάδας), και κατά ενός πέμπτου, (της Τουρκίας) η επίσημη ιστορία δεν υπογραμμίζει τον ρόλο του Καποδίστρια σ’ αυτή τη διπλωματική συμφωνία. Πρέπει να σημειωθεί και ο ειδικός ρόλος του Δ. Ρώμα για την αλλαγή της Αγγλικής πολιτικής. Αυτό όμως το πέτυχε αποδεχόμενος την Αγγλική κυριαρχία επί της Ελλάδας, κάτι που ποτέ δεν δέχθηκε ο Καποδίστριας.

Ο θάνατος του μεγάλου ηγέτη

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1831 με το Γρηγοριανό ημερολόγιο /11 Οκτωβρίου με το Ιουλιανό,δημιουργός της σύγχρονης Ελλάδας, ο πρώτος Κυβερνήτης της ο Ιωάννης Καποδίστριας, δολοφονήθηκε στο Ναύπλιο μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα.

Πέρασαν 172 χρόνια από αυτήν την πολιτική δολοφονία, που έγινε για να ανακοπεί η πορεία που είχε χαράξει ο Ιωάννης Καποδίστριας για το ελληνικό Έθνος και ο φάκελος στα Βρεττανικά αρχεία που περιέχει τα σχετικά με τη δολοφονία του Καποδίστρια έγγραφα, παραμένει άκρως απόρρητος, ενώ η ελληνική επίσημη ιστορία επαναλαμβάνει άκριτα τις παραβλέψεις της «επίσημης ανάκρισης» του 1831.

Για 172 χρόνια ακόμα λέγεται ότι τον δολοφόνησαν οι Μαυρομηχαλαίοι στέκονταν μακριά του, ενώ βλήθηκε εξ επαφής, όπως περιγράφεται στη νεκροψία, ενώ το μαχαίρι του Γιώργου Μαυρομηχάλη – που βρίσκεται στα όργανα του εγκλήματος – είναι προφανώς μικρότερο από το τραύμα που διεπίστωσαν οι γιατροί που έκαναν τη νεκροψία[v].

Είναι καιρός πια, 172 χρόνια μετά τον θάνατό του να αποκαλυφθεί σε όλη της την έκταση η οργανωμένη επιχείρηση συγκάλυψης, αποσιώπησης και παραποίησης της ιστορικής αλήθειας σε ό, τι αφορά τον Καποδίστρια η οποία άρχισε αμέσως μετά τον θάνατό του και που συνεχίζεται ως και σήμερα.

Ένα μεγάλο πρόβλημα είναι η σιωπή των συνεργατών του Καπποδίστρια. Γιατί δεν έγραψε ο Μητροπολίτης Ιγνάτιος; Γιατί δεν έγραψαν ο Ανδρέας Μεταξάς και ο Ανδρέας Μουστοξύδης; Ο Τσακάλωφ;

Η απάντηση είναι απλή. Το μυστικό κίνημα του Καποδίστρια δεν αποδέχθηκε την ήττα του μετά τη δολοφονία του ηγέτη του. Παρέμεινε ενεργό κρατώντας ζωντανή τη φλόγα της εθνικής ιδέας και δεν είχε κανένα λόγο να αποκαλύψει τα μυστικά του στους αντιπάλους του, απλά και μόνο για την ιστορική δικαίωση. Οι επαναστάτες κάνουν πολιτική και όχι ιστορία. Άλλωστε εκείνη την εποχή οι περισσότεροι Έλληνες είχαν συνείδηση ότι την Επανάσταση την οργάνωσε ο Καποδίστριας.

Ένα μέρος των πρωταγωνιστών... που γνώριζαν, πέρασε στους αντιπάλους του με πρώτους και καλύτερους τον Δ. Ρώμα και τον Γ. Σταύρου. Ο Σκουφάς πέθανε πριν την Επανάσταση. Ο Τσακάλωφ ήταν βουλευτής στην Εθνική Συνέλευση του Άργους (είχε διοριστεί από τον Καποδίστρια υπάλληλος του Γενικού Φροντιστηρίου του κράτους) και μετά τον θάνατο του Καποδίστρια εγκατέλειψε οριστικά την Ελλάδα και εγκατεστάθηκε στη Μόσχα όπου πέθανε το 1851. Ο Κολοκοτρώνης ισορροπούσε πάντα ανάμεσα στον Ρώμα και τον Καποδίστρια.

Για να φωτίσουμε ακόμα περισσότερο τα παρασκήνια της δολοφονίας σημειώνουμε ότι ο Σεβάσμιος της Στοάς της Επτανήσου με έδρα τη Ζάκυνθο, κόμης Διονύσιος Ρώμας ήταν ο σκοτεινός ηγέτης της αγγλικής παράταξης και προτάθηκε ως αντίπαλος υποψήφιος κυβερνήτης στην Εθνοσυνέλευση που εξέλεξε τον Καποδίστρια.

Μήπως αν ανοίξουν τα απόρρητα αρχεία του Μεγάλου Βασιλείου, μάθουμε κάτι για τη σχέση του Ρώμα με τους ανθρώπους που πραγματικά δολοφόνησαν τον Καποδίστρια, διότι οι Μαυρομηχαλαίοι απλά ήταν παρόντες στη δολοφονία, και χρησιμοποιήθηκαν από τους οργανωτές ως «οι ένοχοι» που συνελήφθησαν επ’ αυτοφόρω για να κλείσει η υπόθεση. Ο Ρώσσος Πρέσβυς Ριμποπιέρ στην έκθεσή του για την δολοφονία του Καποδίστρια γράφει ότι δεν έχει καμία αμφιβολία ότι η «δολοφονική χειρ εξοπλίσθη παρά της Αγγλίας». Μπορούμε να σημειώσουμε ακόμα ότι η απόφαση δολοφονίας του Καποδίστρια ελήφθη σε πολύ υψηλά επίπεδα και δεν αποφασίστηκε στην Ελλάδα. Ίσως ανάμεσα στα απόρρητα έγγραφα βρίσκεται και το σχετικό ντοκουμέντο.

Βιβλιογραφία:

[i] Ξενοδόχοι (Hotelier) ήταν το Τάγμα των Ναϊτών, που ήταν οργανωμένοι κατά Γλώσσες. Επομένως η οργάνωση ήταν και κατ’ όνομα Ναϊτική.

[ii] Προσωπική πληροφορία από τον αείμνηστο Επτανήσιο ιστορικό Ντίνο Οικονόμο.

[iii] Δυστυχώς στα αρχεία αυτής της επαναστατικής ιακωβίνικης Στοάς που είναι διάσπαρτα στα χέρια διαφόρων οικογενειών κανείς ιστορικός δεν μπόρεσε να έχει συνολική πρόσβαση.

[iv] Δεσποτόπουλος, «Ο Κυβερνήτης Καποδίστριας και Απελευθέρωση της Ελλάδας» 1996

[v] Δημήτριος Κοκκινάκης «Ποιοι δολοφόνησαν τον Καποδίστρια;»

Μακεδονικός Αγώνας

Η Μηχανή του Χρόνου μας ταξιδεύει στο Μακεδονικό Αγώνα... Άλλη μία προσφορά του JIMAKOS68.













Τρίτη, 8 Απριλίου 2008

Ποιά ελληνικά μιλούσαν οι αρχαίοι Μακεδόνες

Αναδημοσιεύουμε από την ηλεκτρονική έκδοση του «Έθνους»...

Κατά την αρχαιότητα ουδέποτε αμφισβητήθηκε η ελληνικότητα της Μακεδονίας. Οι αρχαίοι συγγραφείς συνδέουν γενεαλογικά τους Μακεδόνες με τους Δωριείς ή τους Αιολείς, δηλαδή άλλες ελληνικές φυλές νοτιότερα. Η ελληνικότητα των αρχαίων Μακεδόνων προκύπτει από τις ιστορικές πηγές, τα γλωσσολογικά δεδομένα και επιβεβαιώνεται με τα πιο πρόσφατα αρχαιολογικά ευρήματα. Ολα αποδεικνύουν τη σύνδεση του μακεδονικού χώρου με τον ελλαδικό ήδη από τη μυκηναϊκή εποχή. Οι εγκυρότεροι Ελληνες και ξένοι μελετητές τεκμηριώνουν το γεγονός και δεν αφήνουν περιθώρια για σοβαρές αμφισβητήσεις.

Κατά την αρχαιότητα, όπως δεν αμφισβητούνταν η ελληνικότητα των Μακεδόνων, έτσι δεν υπήρχε αμφισβήτηση και για το ελληνόφωνο των κατοίκων της.

Διαφωνίες για το θέμα διατυπώθηκαν για πολλούς λόγους, επιστημονικούς και μη, σε πολύ νεότερες εποχές. Από τον 19ο αιώνα ορισμένοι ερευνητές, υπερτονίζοντας υπαρκτά ζητήματα και παραβλέποντας την πληθώρα των στοιχείων περί ελληνικότητας του φύλου και της γλώσσας των Μακεδόνων, ανέπτυξαν διάφορες υποθέσεις. Υποστηρίχτηκε ότι πρόκειται:

Για μια γλώσσα μεικτή με βάση την ελληνική και επιδράσεις θρακο-ιλλυρικές. Είτε και αντιστρόφως, δηλαδή, για θρακο-ιλλυρική με ελληνικές επιδράσεις.
Για ιδιαίτερη ινδοευρωπαϊκή γλώσσα, που ήταν διαφορετική, όμως, από τις σύγχρονες ελληνικές διαλέκτους.

Την επιστημονική διαφωνία συντηρούσε, μέχρι πριν από μερικά χρόνια, η απουσία γραπτών μακεδονικών πηγών. Οι γνωστές μακεδονικές επιγραφές, χρονολογημένες από τις αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα, ήταν γραμμένες στην Αττική Κοινή, η οποία είχε εξαπλωθεί.

Μέχρι τότε οι σχετικές συζητήσεις-επιστημονικές ή πολιτικο-ιστορικές- στηρίζονταν στις 150 περίπου «γλώσσες» (διαλεκτικές λέξεις), που παρέδωσαν αρχαίοι συγγραφείς και λεξικογράφοι ως μακεδονικές. Οπως, επίσης, στον μεγάλο αριθμό μακεδονικών ονομάτων.

Η ανασκαφική, όμως, έρευνα τις τελευταίες δεκαετίες, με την αποκάλυψη κειμένων στη Μακεδονική, δεν αφήνει περιθώρια για επιστημονικές διαφωνίες περί της ελληνικότητας ή όχι της γλώσσας των Μακεδόνων.

Η απάντηση, λοιπόν, σήμερα στο ερώτημα ποια γλώσσα μιλούσαν οι αρχαίοι Μακεδόνες είναι κατηγορηματική. Μιλούσαν μια ελληνική διάλεκτο.

Αιολική με δωρικά στοιχεία

Η γλώσσα τους, όπως δέχονται σήμερα οι περισσότεροι ειδικοί, ήταν αιολική, ανάμεικτη με δωρικά στοιχεία και προφανώς με άλλες επιδράσεις. Για τη Μακεδονική, εκτός από ορισμένους αρχαϊκούς τύπους, γνωρίζουμε ότι μετέτρεπε συχνά το «φ» σε «β» και μερικές άλλες τέτοιες μεταβολές. Ετσι έλεγαν κεβαλή αντί κεφαλή, Βίλιππος αντί Φίλιππος, Βαλλήνη αντί Παλλήνη κ.λπ.

Γενικώς, η φωνητική διαφορά που διακρίνει την αρχαία Μακεδονική από τις άλλες σύγχρονες ελληνικές διαλέκτους («β» αντί «φ», «δ» αντί «θ» και «γ» αντί «χ» ) είναι ένα γλωσσικό φαινόμενο απολύτως εξηγήσιμο στο πλαίσιο της ελληνικής διαλεκτολογίας.

Αυτό το εξηγήσιμο εξακολουθούν ν αρνούνται ερευνητές και φορείς στην ΠΓΔΜ, υπό το πρίσμα των γνωστών σκοπιμοτήτων. Ανήκε, λένε, η μακεδονική σε άλλη γλωσσική οικογένεια, αφού τα ινδοευρωπαϊκά «μέσα δασέα» bh, dh, gh στην ελληνική αντιπροσωπεύονται με τα φ, χ, θ και στη μακεδονική με τα β, δ, γ.

Τα άλλα επιχειρήματα περί βαρβάρων αλλόγλωσσων Μακεδόνων, που στηρίζονται σε παραποιήσεις αρχαίων αποσπασματικών κειμένων, δεν αντέχουν σε κριτική...

Οι περισσότεροι γλωσσολόγοι που έχουν ασχοληθεί με το ζήτημα, ερμηνεύουν και εξηγούν τις διαφορές ως εξής:

-Ο μακεδονικός κορμός διαχωρίστηκε από τον ιωνικό, αιολικό-αχαϊκό και δωρικό πριν η πρωτοελληνική γλώσσα διαμορφώσει από τους αντίστοιχους ινδοευρωπαϊκούς φθόγγους τα φ, θ, χ και ακολούθησε δική του εξέλιξη.

-Οι αρχαίοι Μακεδόνες, αφομοιώνοντας Θρακο-Ιλλυριούς πληθυσμούς, δέχτηκαν την επίδρασή τους ως προς τα συγκεκριμένα φθογγικά στοιχεία.

Αλλες ερμηνείες, όπως η «σκοπιανή», έχουν το φολκλορικό στοιχείο τους, αλλά όχι το επιστημονικό.

Το ομηρικό μακεδνός

Η ονομασία της Μακεδονίας σχετίζεται άμεσα με το ομηρικό μακεδνός, που σημαίνει ψηλός, μεγαλόσωμος. Ο όρος «Μακεδονίς γη» χρησιμοποιήθηκε μια φορά από τον Ηρόδοτο για να ορίσει τη γεωγραφική κοιτίδα των αρχαίων Μακεδόνων. Ολες οι αρχαίες πηγές, μηδέ εξαιρουμένου του Ηροδότου, χρησιμοποιούν τον όρο Μακεδονία για να δηλώσουν το συγκροτημένο μακεδονικό βασίλειο, που ιδρύθηκε γύρω στα μέσα του 7ου π.Χ. αιώνα στις βόρειες παρυφές των Πιερίων. Με ορμητήριο την πρωτεύουσα Αιγές τα περιορισμένα όρια του βασιλείου στην Κ. Μακεδονία θα επεκταθούν δυτικά και ανατολικά...

Η Ταύτιση με Δωριείς

Οι αρχαίοι συγγραφείς σπάνια αναφέρονται στη γλώσσα των Μακεδόνων. Οι ιστορικοί Τίτος Λίβιος και Στράβων, όπως περιγράφουν τη γλώσσα τους (ίδια με Αιτωλών, Ακαρνάνων και Ηπειρωτών), την κατατάσσουν στη δωρική. Ετσι, συνεχίζουν την παράδοση του Ηροδότου, που ταυτίζει Μακεδόνες και Δωριείς, όπως άλλωστε ο Θουκυδίδης κι άλλες μεταγενέστερες πηγές. Τα επιγραφικά ευρήματα έως τώρα επιβεβαιώνουν τη σύνδεση. Αντίθετα, η άλλη μυθολογική παράδοση, που κρατά από τον ιστορικό Ελλάνικο και θέλει τους Μακεδόνες (επομένως και τη γλώσσα τους) να είναι συγγενείς με τους Αιολείς, δεν ενισχύεται...

«Διαλεκτικά» προβλήματα

Σήμερα οι ερευνητές που τεκμηριώνουν ή δέχονται την ελληνικότητα της μακεδονικής διαλέκτου, δεν συμφωνούν σε πολλά ζητήματα. Δίνοντας ο καθένας έμφαση σε άλλα σημεία άλλοτε υποστηρίζεται ότι ανήκει στον αιολικό κλάδο κι άλλοτε στον δωρικό. Οτι έχει ανάμεικτα στοιχεία από τις δύο ή και από άλλες διαλέκτους. Ακόμη ότι υπήρχαν δύο «εσωμακεδονικοί » διάλεκτοι. Μια συγγενική με την αιολική και άλλη με τη δωρική, που μιλούνταν στην Ανω Μακεδονία. Η μελέτη και η ανάλυση της μακεδονικής διαλέκτου έχουν δρόμο ακόμη να διανύσουν...

«Άρωμα» από το αρχαίο μακεδονικό λεξιλόγιο

ΟΙ ΜΗΝΕΣ
Περίτιος (Ιανουάριος), Δύστρος (Φεβρουάριος), Ξανδικός (Μάρτιος), Αρτεμίσιος (Απρίλιος), Δαίσιος (Μάιος), Πάναμος (Ιούνιος), Λώος (Ιούλιος), Γορπιαίος (Αύγουστος), Υπερβερεταίος (Σεπτέμβριος ), Δίος (Οκτώβριος), Απελαίος (Νοέμβριος), Αυδυναίος είτε Αυδναίος (Δεκέμβριος).

ΑΝΘΡΩΠΩΝΥΜΙΑ
Αδυμος (από το ηδύς), Αδίστα (Ηδίστη), Αρχέλαος, Δρύκαλος (δρυς +κάλλον =ξύλο), Θετίμας (Θεοτίμης), Κατάνικος, Κοπρία, Λανίκα, Λαοδίκα, Νικάνωρ, Περδίκκας (από το πέρδιξ=πέρδικα), Πτολεμαίος, Σέλευκος, Φίλιππος ( Βίλιππος), Φιλώτας...

«ΓΛΩΣΣΕΣ»
Αγημα, αγκαλίς (δρεπάνι), αργίπους (αετός), δράμις (είδος ψωμιού), ζέρεθρον (βάραθρο), ινδέα (μεσημέρι), καρπαία (είδος χορού), καυσία (καπέλο), κοράσιον, πέλλα (λιθάρι), ταγόναγα (ταγός, αρχή), τελεσιάς (είδος χορού), χάρων (λιοντάρι), κεβαλή (κεφαλή)...

Η επιβεβαίωση ήρθε από τις επιγραφές

Η μακεδονική διάλεκτος για πολλούς και διάφορους λόγους δεν φαίνεται να έγινε ποτέ φιλολογικό και λογοτεχνικό όργανο. Γνωρίζουμε μόλις δύο στίχους από την κωμωδία «Μακεδόνες» του Στράτιδος. Στο απόσπασμα γίνεται κάποιος διάλογος:

Α. Η σφύραινα δ' έστι τις;
Β. Κέστραν μεν ύμμες ωττικοί κικλήσκετε
(Α. Και ποια είναι η σφύραινα;
Β. Το ψάρι που εσείς οι Αττικοί κέστρα ονομάζετε)

Οι αρχαίοι συγγραφείς όταν έγραφαν για τους Μακεδόνες ότι μιλούσαν «μακεδονιστί» αναφέρονταν σε μια διάλεκτο της Ελληνικής κι όχι σε μια μη Ελληνική γλώσσα. Η διάλεκτος ήταν, βεβαίως, αρκετά διαφοροποιημένη από την καθιερωμένη και τη γενικευμένη κοινή ελληνική, που απλώθηκε από τα τέλη του 5ου - αρχές 4ου π.Χ. αιώνα σε όλες τις ελληνόφωνες περιοχές (συμπεριλαμβανόμενης και της Μακεδονίας).

Προφανώς η μακεδονική διάλεκτος θα εξακολουθούσε να μιλιέται παράλληλα με την κοινή ελληνική.

Μέχρι το 1986 αυτό ήταν μια υπόθεση. Τότε αποκαλύφτηκε και απόσπασμα επιγραφής στην Πέλλα σε μακεδονική διάλεκτο (χρονολογείται γύρω στο 380 π.Χ.). Πρόκειται για κατάδεσμο (μαγικό κείμενο), χαραγμένο σε μολύβδινο έλασμα για να αποτραπεί ο γάμος του αγαπημένου της γυναίκας, που έκανε τα «μάγια» με άλλη γυναίκα.

Η επιγραφή, όπως κι άλλες που έχουν στο μεταξύ αποκαλυφθεί, επιβεβαιώνουν πανηγυρικά την ελληνικότητα της μακεδονικής διαλέκτου.

Πρώτος παραλογισμός
Θέλουν να γεφυρώσουν χάσμα 13-14 αιώνων

Εχουμε συνηθίσει, με την εμφάνιση του «Σκοπιανού» στο βαλκανικό προσκήνιο, να επισημαίνουμε τον παραλογισμό των γειτόνων μας να αναζητούν ρίζες εκεί όπου δεν υπάρχουν. Η κατασκευή, βεβαίως, εθνικού παρελθόντος από τότε που εμφανίστηκαν τα κράτη-έθνη, είναι μια πολύ γνωστή και συνηθισμένη διαδικασία.

Αυτό που είναι μάλλον πρωτοφανές στην κατασκευή μιας ενιαίας «μακεδονικής εθνότητα», η οποία έλκει δήθεν την καταγωγή της από την αρχαία Μακεδονία, είναι ανοησία. Τα στοιχεία, που προσκομίζονται για την ύπαρξη μακεδονικού λαού και έθνους, καλούνται να γεφυρώσουν ένα ιστορικό χάσμα 13-14 αιώνων.

Τόσοι μεσολαβούν μεταξύ των πρώτων εγκαταστάσεων σλαβικών φύλων στα Βαλκάνια (6ος- 7ος μ.Χ. αιώνα) και της εμφάνισης του πρώτου συγκροτημένου αρχαίου μακεδονικού κράτους (7ος π.Χ. αιώνας). Αυτός ο προσδιορισμός των αντίστοιχων χρονολογικών περιόδων, με κάποιες μικρές παραλλαγές που δεν αλλάζουν την ουσία, είναι αποδεκτός απ όλους. Είναι δυνατόν, ανεξαρτήτως των όσων ακολούθησανστην περιοχή από τότε μέχρι τη σύγχρονη εποχή, να γεφυρωθεί αυτό το... χάος;

Είναι και ιδού πώς: -Οι παλιότεροι κάτοικοι της αρχαίας Μακεδονίας ήταν αυτόχθονες, αρχαία φύλα (ιλλυρικά και θρακικά). Δεν ήταν Ελληνες... -Τα ελληνικά στοιχεία στην περιοχή ήταν εισαγόμενα από τις νοτιότερες ελληνικές πόλεις - κράτη, από τις αποικίες τους στη Χαλκιδική και τα μακεδονικά παράλια, όπου κυριαρχούσαν Ελληνες. -Οταν οι Σλάβοι εγκαταστάθηκαν από τις περιοχές βορείως του ποταμού Δνείπερου στα Βαλκάνια αναμείχτηκαν με τους παλιότερους κατοίκους -Από την πρόσμειξη προέκυψε στη διαδρομή των βυζαντινών πρώτα και των οθωμανικών ύστερα αιώνων ένα νέο έθνος, το σλαβο-μακεδονικό. Με δική του γλώσσα, πολιτισμό, συνείδηση και ούτω καθεξής...

Μέσα σ' αυτό το μυθικο-ιστορικό πλαίσιο οι αρχαίοι Μακεδόνες «ανήκουν» στην ΠΓΔΜ! Το προαπαιτούμενο για την οικοδόμηση αυτής της σλαβομακεδονικής εκδοχής της ιστορίας είναι ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες δεν ήταν Ελληνες. Για την εδραίωση του ισχυρισμού αυτού επικαλούνται επιλεκτικά και αποσπασματικές κάποιες αρχαίες πηγές με τις οποίες «αποδεικνύεται» ότι οι Μακεδόνες ήταν βάρβαροι και όχι Ελληνες... Παρά την αντι-ιστορική αυτή εξήγηση πάλι, όμως, το σλαβομακεδονικό σχήμα δεν έχει κάποια ορθολογική βάση. Διότι, έστω και αν γίνουν δεκτοί οι αναπόδεικτοι ισχυρισμοί ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες δεν ανήκαν στα ελληνικά φύλα της εποχής, ούτε μιλούσαν μια ελληνική διάλεκτο, πώς γίνεται να είναι πρόγονοι των σλαβικών φύλων; Αλλά αυτός δεν είναι ο μοναδικός κύκλος του παράλογου...

Δεύτερος παραλογισμός
Περί τριχοτόμησης και... κληρονομιάς

Μετά τον πρώτο παραλογικό κύκλο ανοίγει αναπόφευκτα και δεύτερος. Επειδή αν δεχτεί κάποιος, κάνοντας άλμα 13-14 αιώνων, ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες είναι με ορισμένους τρόπους «πρόγονοι» των Σλάβων στην περιοχή, πώς γίνεται η κληρονομιά αυτή να ανήκει αποκλειστικά στους Σλαβομακεδόνες της ΠΓΔΜ και όχι στους «ομοεθνείς» τους που βρέθηκαν στη Βουλγαρία; Είτε ακόμη και σε κείνους της Ελλάδας, που είναι και οι περισσότεροι;

Το «κενό» έρχεται να καλύψει ένα άλλο σχήμα περί ,νεότερης τριχοτόμησης του χώρου της αρχαίας Μακεδονίας ,(σε Σερβία, Ελλάδα, Βουλγαρία) μετά τους Βαλκανικούς πολέμους. Κρατική οντότητα και ανεξάρτητη, όμως, είναι ,μόνο η πρώην γιουγκοσλαβική Μακεδονία, επομένως αυτή είναι ο συνεχιστής και κληρονόμος. Αναλόγως των εποχών και των διαφορετικών εθνικών και πολιτικών σκοπιμοτήτων, η «άλλη» Μακεδονία, πέραν της πρώην γιουγκοσλαβικής, είτε είναι υπόδουλη (σε Ελληνες και Βούλγαρους) είτε ανήκει μεν σε αυτές τις χώρες, όπου όμως υπάρχουν «μακεδονικές μειονότητες»...

Αλλά υπάρχουν κι άλλες παραλλαγές της θεωρίας, που έρχονται επικουρικά να καλύψουν τις συναφείς ανακολουθίες που προκύπτουν. Ετσι, για παράδειγμα, ένας από τους βασικούς Σλαβομακεδόνες θεωρητικούς εξηγεί πως από τα μέσα του 19ου αιώνα οι Σλάβοι της Μακεδονίας άρχισαν να συγκρούονται με τους Ελληνες στη διεκδίκηση του ιστορικού δικαιώματος να εμφανίζονται ως απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων. Επειδή, όμως, αντιλαμβάνεται όπως κάθε κοινός νους ότι είναι αστείο να ονομαστούν οι Μακεδόνες ως Σλάβοι και οι Σλάβοι της ΠΓΔΜ ως Μακεδόνες, ο γόρδιος δεσμός λύνεται ως εξής: «Δεν ήταν δυνατόν (οι Σλαβομακεδόνες) να παραμείνουν αδιάφοροι και να μην αισθάνονται αγάπη για την πατρίδα τους και την ιστορία τους...

Το ότι ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος δεν ήταν Σλάβοι, αλλά θεωρούνταν ως Σλάβοι, από έναν σλαβικό λαό που αποζητούσε όνομα και εθνική ταυτότητα, δεν είναι ουσιώδες. Οπως κάθε εθνικός ρομαντισμός, έτσι και ο μακεδονικός επέμεινε να τηρήσει μια συνέχεια με την προηγούμενη εθνότητα...» (Ντράγκαν Τασκόφσκι «Σχετικά με την εθνογένεση του Μακεδονικού Λαού»). Το απόσπασμα είναι το κλειδί για κάθε «κατανόηση» των ιστορικών παραδοξολογιών των περισσότερων εθνικών ιστορικών της FYROM και της επίσημης «εθνογένεσης»...

Τ. ΚΑΤΣΙΜΑΡΔΟΣ

Οι Έλληνες του Πόντου

Από την εκπομπή "Φάκελοι" του Αλέξη Παπαχελά, ένα εξαιρετικό αφιέρωμα στους Ελληνόφωνους του Πόντου. Ευχαριστούμε το JIMAKO68 που μπήκε στον κόπο να ανεβάσει ολόκληρη την εκπομπή στο YouTube.














Σάββατο, 5 Απριλίου 2008

Πυρρίχιος ή Πυρρίχη

Από την Ελεύθερη Εγκυκλοπαίδεια «Γνώσις».

Πυρρίχιος ή Πυρρίχη. Το πιο σημαντικό είδος (ή τάξη) πολεμικού χορού. Η πυρρίχη ήταν ένας μεγαλοπρεπής, γρήγορος, λαμπρός και εντυπωσιακός χορός, χορευόταν είτε από ένα πρόσωπο είτε από ένα ή περισσότερα ζεύγη χορευτών, που έφεραν πανοπλία (ασπίδα και δόρυ ή σπαθί) και μιμούνταν τις κινήσεις των πολεμιστών, σε επίθεση και σε άμυνα. Χορευόταν συνήθως στις δωρικές πολιτείες, κυρίως στη Λακωνία. Στη Σπάρτη χορευόταν από νέους, κατά την τελετή των Διόσκουρων (Κάστορα και Πολυδεύκη). Τον 6ο αιώνα π.Χ. εισάγεται και στην Αθήνα, στον εορτασμό των Παναθηναίων στο χορό συμμετείχαν παιδιά, νέοι και άνδρες.

Σε νεότερα χρόνια η πυρρίχη εκφυλίστηκε σε χορό των συμποσίων ο Ξενοφών (Ανάβασις σ' 1 και 12) αναφέρει πως, κατά τη διάρκεια ενός συμποσίου, μια ορχηστρίδα με ελαφριά ασπίδα χόρευε την πυρρίχη με ανάλαφρο τρόπο. Στην εποχή του Αθήναιου (2ος - 3ος αι. μ.Χ.), η πυρρίχη χορευόταν ακόμα στη Λακωνία, αλλά ως προγύμνασμα για τον πόλεμο, «όλοι οι άρρενες στη Σπάρτη μαθαίνουν να χορεύουν την πυρρίχη από την ηλικία των πέντε ετών. Η πυρρίχη στην Αθήνα, επειδή έχει Διονυσιακό χαρακτήρα, είναι πιο ήπια, γιατί οι χορευτές τώρα φέρουν θύρσους αντί σπαθιά και λαμπάδες» (ΙΔ' 631Α, 29).

Η ετυμολογία της λέξης πυρρίχη δεν έχει διασαφηνιστεί. Κατά τον Αριστόξενο (Αθήν. 630Δ), ο χορός αυτός ονομάστηκε πυρρίχη από έναν Λάκωνα Κρητικό, κατά τον Πολυδεύκη, IV, 99) ήρωα ή χορευτή, ονομαζόμενο Πύρριχο ο Αθήναιος προσθέτει πως κατά την εποχή του το όνομα Πύρριχος συνηθιζόταν ακόμα στη Λακωνία. Άλλοι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η λέξη παράγεται από τον Πύρρο, άλλο όνομα του Νεοπτολέμου, γιού του Αχιλλέα, ο οποίος, σύμφωνα με μια παράδοση, υπήρξε ο πρώτος που χόρεψε την πυρρίχη, μετά τη νίκη του στη σύγκρουση με τον Ευρύπυλο, σύμμαχο των Τρώων. Σύμφωνα με μια άλλη υπόθεση, το όνομα προήλθε από τη λέξη «πυρά» (νεκρική πυρά), γιατί ο Αχιλλέας χόρεψε πρώτα την πυρρίχη γύρω από την πυρά, πάνω στην οποία κάηκε ο σορός του φίλου του Πάτροκλου.

Ο Πρόκλος αναφέρει πως «μερικοί αποδίδουν την επινόηση της πυρρίχης στους Κουρήτες, άλλοι στον Πύρρο, γιο του Αχιλλέα».

Η πυρρίχη είχε σημαντικό παιδευτικό χαρακτήρα και γι' αυτό δινόταν ιδιαίτερη προσοχή στα τραγούδια που συνόδευαν το χορό. Αθήν.: «τακτέον δ' επί της πυρρίχης τα κάλλιστα μέλη και τους ορθίους ρυθμούς» (στην πυρρίχη έπρεπε να γίνεται χρήση των πιο ωραίων μελωδιών και των εξυψωτικών ρυθμών). Η πυρρίχη συνοδευόταν από τραγούδια που τραγουδούσαν είτε οι χορευτές οι ίδιοι ή, συνηθέστερα, άλλοι εκτελεστές.



«Εκμανθάνουσι πάντες εν Σπάρτη, από πέντε ετών πυρριχίζειν»
Αθήναιος, Επιτομή 2.2.134

Διαβάστε ακόμη: O Πυρρίχιος και η τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων: Ενστάσεις, εντάσεις και προεκτάσεις

Αρχείο ιστορικών φωτογραφιών ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ (με τα μουσικής)

Πρώτο (βιαστικό) ποστ στο νέο μου ιστολόγιο με (επίκαιρο) θέμα το Μακεδονικό Αγώνα. Για να μαθαίνουν οι Έλληνες πως δε μας χάρισε ποτέ κανείς τίποτα. Ό,τι κερδίσαμε το κερδίσαμε με τον αγώνα και το αίμα των προγόνων μας.



Χιλιάδες εθελοντές από κάθε γωνιά της μικρής και φτωχής Ελλάδας, σκλαβωμένης και λεύτερης, ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του Ίωνα Δραγούμη και έσπευσαν στη γη των Μακεδόνων για να αναχαιτίσουν το Βουλγαρικό εθνικισμό και να αναπτερώσουν το ηθικό των γηγενών Ελλήνων Μακεδόνων (Μακεδονικός Αγώνας 1904-08). Τέσσερα χρόνια αργότερα ο νικηφόρος Ελληνικός στρατός εισέρχεται στη Θεσσαλονίκη.